Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007

«Έπρεπε λοιπόν να καταργήσω τη γνώση, για να κερδίσω τόπο για την πίστη» (Ι. Καντ, Κριτική του Καθαρού Λόγου)

Η περίοδος του Διαφωτισμού είναι για την φιλοσοφία μια περίοδος ενδοσκόπησης. Επιχειρείται ένας συνολικός απολογισμός της ανθρώπινης γνώσης, με βάση τη λογική και την εμπειρία, μέσα σ’ έναν κόσμο που αποδεικνύεται μηχανικός και απομένει να ερμηνευθεί με τη δύναμη της ανθρώπινης λογικής προς όφελος του ανθρώπου.Το κυρίαρχο αίτημα της εποχής αυτής φαίνεται να είναι η συστηματικότητα, δηλαδή η μεθοδική παρατήρηση, επεξεργασία και ταξινόμηση των εμπειρικών δεδομένων με βάση τη λογική και την επιστημονική μεθοδολογία.
Ωστόσο, μέσα στον φιλοσοφικό οργασμό του 18ου αιώνα, που θα πρέπει να σημειώσουμε πως εδράζεται κυρίως πάνω στη μαθηματική σκέψη, εμφιλοχωρεί μια διαμάχη ανάμεσα σ’ εκείνους που θεωρούν πως ο κόσμος και τα φαινόμενα μπορούν να ερμηνευθούν με απόλυτη σαφήνεια και διαύγεια κυρίως μέσω της λογικής δυνατότητας του ανθρώπινου νου, δηλαδή του ορθολογισμού, και σ’ εκείνους που πιστεύουν πως η υπερβατική ουσία, επομένως και η απόλυτη βεβαιότητα, στην ερμηνεία των πραγμάτων βρίσκεται πέρα από κάθε δυνατότητα του, πεπερασμένων δυνατοτήτων, ανθρώπινου νου κι επομένως ο φιλόσοφος θα πρέπει να περιοριστεί στη γνώση που του παρέχεται από τα εμπειρικά δεδομένα της παρατήρησης της φύσης και των φαινομένων, της ταξινόμησης, της καταγραφής τους και της διατύπωσης της αιτιώδους σχέσης μεταξύ τους, δηλαδή του εμπειρισμού.
Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τους τρόπους με τους οποίους ο Γερμανός φιλόσοφος Ι. Καντ (1724-1804) επιχείρησε να συγκεράσει τη δογματική πίστη του ορθολογισμού στις δυνατότητες της ανθρώπινης διάνοιας με την, ορισμένες φορές, καθολική αμφισβήτηση κάθε επιστημονικής βεβαιότητας του εμπειρισμού.

Η στροφή στο φιλοσοφικό υποκείμενο.

Το θεμέλιο της νεότερης φιλοσοφικής σκέψης θα πρέπει ίσως να αναζητηθεί στο περίφημο καρτεσιανό «Cogito».
Η ουσία της θέσης του Ντεκάρτ υπήρξε πως η μόνη βεβαιότητα που μπορεί να διαθέτει η ανθρώπινη νόηση είναι εκείνη της αμφιβολίας για τα πάντα:
Εφόσον μπορώ να αμφιβάλλω, σημαίνει πως υπάρχω.
Κάπου εκεί, μπαίνει στη διαδικασία της φιλοσοφικής σκέψης το φιλοσοφικό υποκείμενο, χωρίς ωστόσο να διατυπώνεται ακόμα η αλληλεπίδραση του υποκειμένου αυτού με τον κόσμο που παρατηρεί και στοχάζεται.
Παρ’ όλα αυτά, με την καρτεσιανή λογική κάθε υφιστάμενη φιλοσοφική βεβαιότητα, που υπήρχε μέχρι τότε, καταργείται, κάθε αυθεντία αμφισβητείται και κάθε πράγμα και φαινόμενο υπόκειται στη βάσανο της ριζικής αμφιβολίας, μέχρι να μπορέσει να αποδειχτεί με τη δύναμη της ανθρώπινης λογικής.
Στο φιλοσοφικό σύστημα αυτό, η ανθρώπινη σκέψη αποκτά μια σχεδόν υπερβατική διάσταση, αφού αποτελεί το μόνο σίγουρο και ακλόνητο στοιχείο της ύπαρξης του παρατηρητή κι επομένως του κόσμου που εκείνος παρατηρεί. Αυτό το πλαίσιο που θέτει ο ορθολογισμός οδηγεί στο συμπέρασμα πως κάθε τι που υπάρχει και παρατηρείται εξαρτάται απόλυτα από την διανοητική και αντιληπτική ικανότητα του υποκειμένου που παρατηρεί (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ, 1998), θέση που ενίσχυσαν σπουδαίοι διανοητές, όπως, μεταξύ άλλων, ο Σπινόζα κι ο Λάιμπνιτς.
Ωστόσο, αναπτύχθηκε κι ένα άλλο φιλοσοφικό ρεύμα, εκείνο του εμπειρισμού, που υποστήριξε πως τα πράγματα υφίστανται καθαυτά, πέρα από την παρουσία του φιλοσοφικού υποκειμένου, και μόνον οι αισθητικές εμπειρίες μας γι’ αυτά μπορούν να αποτελέσουν πηγή σίγουρης γνώσης.
Επομένως, τα πράγματα γίνονται αντιληπτά ως φαινόμενα παρατήρησης, και όχι ως έμφυτες ή αρχετυπικές ιδέες. Αυτός ο εμπειρισμός θα σχηματοποιηθεί στον ιδεαλισμό του Λοκ και του Μπάρκλεϋ γύρω από την αναγκαία και σχολαστική γνώση για τη φύση, αλλά θα κορυφωθεί με τον σαρωτικό σκεπτικισμό του Χιουμ (1711-1776) γύρω από μια «πιθανή» γνώση, βασισμένη ασφαλώς σε προηγούμενη εμπειρία, απόδοση της θεωρητικής αποτύπωσης των συμπερασμάτων της αιτιώδους σχέσης σε «καθ’ έξιν προσδοκίες», και γενικά με «μια σαρωτική επίθεση ενάντια στη δυνατότητα μιας αναγκαίας γνώσης για τη φύση» (LOSEE, 1992), που φτάνει στο σημείο να αμφισβητεί ακόμη και την ύπαρξη καθαυτή του υποκειμένου.
Θα πρέπει, ταυτόχρονα, να λάβουμε υπόψη πως ο φιλοσοφικός κόσμος του Διαφωτισμού «ζει» κάτω και μέσα στις ανατροπές τις «κοπερνίκειας επανάστασης», όπου ο παρατηρητής, όπως απέδειξε ο Κοπέρνικος, δεν βρίσκεται ακίνητος στο κέντρο ενός κόσμου που περιστρέφεται γύρω του, αλλά είναι κι αυτός κομμάτι της αέναης μηχανικής κίνησης που συντελείται σ’ ένα σύμπαν που λειτουργεί με απόλυτα μηχανιστικό τρόπο.
Επομένως η θέση του υποκειμένου δε βρίσκεται έξω από τα φαινόμενα που παρατηρεί, αλλά μέσα σ’ αυτά. Αυτή η ενεργός συμμετοχή του υποκειμένου της παρατήρησης στα φαινόμενα που εξετάζει είχε ακροθιγώς τεθεί ήδη από τον Καρτέσιο, αλλά φαίνεται να αποτελεί τον κομβικό πυρήνα της καντιανής φιλοσοφικής σκέψης και της κριτικής του Καντ στην καθολική αμφισβήτηση του Χιουμ, με την εισαγωγή της θέσης για την αιτιώδη, πλέον, σχέση του υποκειμένου στη φιλοσοφική σκέψη και παρατήρηση.
Προσπαθώντας να συγκεράσει τον ορθολογισμό και τον εμπειρισμό, ο Καντ επιδίωξε να αποδείξει πως η φιλοσοφική γνώση με τη δύναμη της λογικής είναι δυνατή κι όχι αυθαίρετη, αν και πρέπει, κατ’ αρχήν, να βασίζεται στα αισθητικά και εμπειρικά δεδομένα. Ταυτόχρονα, όμως, έθεσε και τα όρια της ανθρώπινης γνώσης, κάνοντας τον διαχωρισμό ανάμεσα σ’ εκείνα που μπορούμε να γνωρίζουμε με επιστημονική βεβαιότητα και σε εκείνα που μπορούμε να σκεφτούμε χωρίς να μπορούμε να τα αποδείξουμε, αλλά και χωρίς να πέφτουμε σε αντιφάσεις (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ, 1998).

Τα όρια της γνώσης και η κριτική στον «καθαρό λόγο».

Ο Καντ θεώρησε, κατ’ αναλογία της κοπερνίκειας θεωρίας, πως κάποιες έννοιες (κατηγορίες όπως τις ονομάζει ο ίδιος) είναι δυνατόν να προϋπάρχουν μέσα στον ανθρώπινο νου και τα αισθητικά κι εμπειρικά δεδομένα να σχηματοποιούνται και να ταξινομούνται με λογικές διαδικασίες, όταν είναι δυνατή η αποτύπωσή τους πάνω σ’ αυτές τις έμφυτες έννοιες της ανθρώπινης διάνοιας. Αυτές είναι οι a priori γνωστές στον ανθρώπινο νου έννοιες, με βάση τη διαισθητικότητα κι όχι την εμπειρική (a posteriori) επιβεβαίωση.
Μ’ αυτόν τον τρόπο έχουμε μια αναστροφή της φιλοσοφικής οπτικής, όπου η ανθρώπινη λογική είναι εκείνη που ρυθμίζει φιλοσοφικά τα φαινόμενα κι όχι τα φαινόμενα τη λογική.
Στη διαδικασία αυτή, όπου οι απολύτως λογικοί τύποι υπάρχουν μέσα στον ανθρώπινο νου κι όχι έξω απ’ αυτόν, επιδρούν δύο καθοριστικοί παράγοντες: ο εξωτερικός φυσικός κόσμος απ’ όπου το φιλοσοφικό υποκείμενο αντλεί τα δεδομένα της παρατήρησής του και το ίδιο το υποκείμενο που αφενός αλληλεπιδρά με το αντικείμενο της παρατήρησης κι αφετέρου διαθέτει έναν διανοητικό μηχανισμό επεξεργασίας, ταξινόμησης, σύνδεσης και συνάφειας των εμπειρικών παρατηρήσεων και δεδομένων, έτσι που να καταλήγει σε θεωρητικά συμπεράσματα.
Αυτή φαίνεται να είναι η γενική κανονιστική αρχή της καντιανής φιλοσοφίας και υπαγορεύει σαφώς πως τα όρια της βέβαιης επιστημονικής μας γνώσης συμπίπτουν με τα όρια των αισθητικών μας δυνατοτήτων. Αλλά πέρα από την επιστημονική γνώση υπάρχει και η δυνατότητα του φιλοσοφικού στοχασμού.
Για τον Καντ τα φυσικά πράγματα υπάρχουν καθαυτά, δηλαδή νοούμενα, περά από τις δικές μας αντιληπτικές και διανοητικές ικανότητες.
Η ουσία του πράγματος καθαυτού (ding-an-sich) ανάγεται στη σφαίρα του υπερβατικού ή μεταφυσικού και βρίσκεται έξω από τις πεπερασμένες δυνατότητες του ανθρώπινου νου, γιατί η ουσία των πραγμάτων δεν έχει εμπειρική υπόσταση για την ανθρώπινη αντίληψη. Μπορούμε να μελετήσουμε κι ενδεχομένως να κατανοήσουμε τα φαινόμενα που αποτυπώνουν τα πράγματα στον υλικό κόσμο, αλλά όχι και να κατανοήσουμε την πραγματική τους φύση.
Εδώ, όμως, υπάρχει μια σοβαρή διαφορά του Καντ με το Cogito του Καρτέσιου και τον ιδεαλισμό του Μπέρκλεϋ.
Η προσέγγιση του Καντ είναι επιστημολογική και αφορά στις αντιληπτικές και γνωσιολογικές δυνατότητες του ανθρώπου κι όχι στις υπαρξιακές αιτιάσεις του ιδεαλισμού. Σε αντίθεση με τον Χιουμ, σε ό,τι αφορά τη γνώση των φαινομένων, ο Καντ υποστήριξε πως η γνώση δεν προέρχεται από τις εντυπώσεις, αλλά λαμβάνεται μέσα από τις εντυπώσεις (LOSEE, 1992) και καθόρισε τα στάδια της γνωσιολογικής διαδικασίας σε τρία επίπεδα:
Πρώτον, το επίπεδο των εντυπώσεων, όπου ασύνδετα και αδόμητα αισθητικά δεδομένα, εποπτείες όπως τις ονομάζει ο Καντ, παίρνουν θέση μέσα στις έμφυτες μορφές της αισθαντικότητας του χώρου και του χρόνου. Ο χώρος και ο χρόνος είναι a priori προτάσεις του ανθρώπινου γνωσιολογικού κώδικα, έμφυτες νοητικές έννοιες που είναι κατ’ ανάγκη αληθινές και καθολικές, που κάνουν δυνατή την αξιοπιστία της γνώσης, αφού χωρίς αυτές ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να έχει καμιά αναφορά στο πραγματικό περιβάλλον.
Δεύτερον, οι αντιλήψεις, που μορφοποιούνται όταν τα δεδομένα των εντυπώσεων προβάλλονται πάνω σε άλλες νοητικές έννοιες όπως της ενότητας, της αιτιότητας και της δυνατότητας.
Και τέλος, οι εμπειρικές κρίσεις, που συστηματοποιούν και οργανώνουν τα αποτελέσματα των εντυπώσεων με τη μορφή λογικών κρίσεων και συμπερασμάτων γενικού κύρους γύρω από τα παρατηρούμενα φαινόμενα.
Αυτή φαίνεται να είναι κι η ουσία της καντιανής φιλοσοφίας:
«Σκέπτομαι θα πει λοιπόν: κρίνω, ή ανάγω παραστάσεις σε κρίσεις» (ΚΑΝΤ, 1982: 94)
Επομένως, το σημαντικότερο επιστημολογικό αιτούμενο, κατά τον Καντ, δεν είναι η αέναη επαγωγική γενίκευση του ιδεαλισμού του Μπέρκλεϋ ή ο άκρατος εμπειρισμός του Χιουμ, αλλά η συστηματική οργάνωση της εφικτής για τα ανθρώπινα δεδομένα γνώσης (LOSEE, 1992). Για να μπορέσει, όμως, η ανθρώπινη διάνοια να εξάγει από τα δεδομένα των εμπειριών λογικά και, κατά το δυνατόν, γενικευμένα συμπεράσματα και γνώσεις, θα πρέπει να καταφέρνει να συνδέει με τη βοήθεια των a priori εννοιολογικών εγγραφών του ανθρώπινου νου, δηλαδή του χώρου, του χρόνου και των κατηγοριών (εννοιών), τις ασύνδετες και ετερόκλητες αισθητικές αντιλήψεις σε ένα οργανωμένο και συστηματοποιημένο σύνολο παραστάσεων, δηλαδή σε μια κρίση συνθετική. Έτσι, το φιλοσοφικό υποκείμενο διαθέτοντας εκ των προτέρων κάποιες έμφυτες ιδέες, που δεν μπορεί παρά να προέρχονται και να του δόθηκαν από τη ίδια τη φύση, εξετάζει τα φαινόμενα της ίδιας αυτής φύσης, αποτυπώνοντάς τα κι επεξηγώντας τα με βάση τις αρχές και το πλαίσιο που οι a priori εννοιολογικές εγγραφές επικαθορίζουν.
Αυτή η αλλαγή της φιλοσοφικής οπτικής στη διαδικασία της γνώσης από τα παρατηρούμενα φαινόμενα στο φιλοσοφικό υποκείμενο είναι, ίσως, η μεγάλη, «κοπερνίκεια» όπως την ονόμαζε ο ίδιος, καινοτομία του Καντ (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ, 1998) και ο τρόπος που επιχείρησε να ενοποιήσει τον ορθολογισμό με τον εμπειρισμό:
Η ανώτατη νομοθεσία της φύσης πρέπει να βρίσκεται μέσα μας, δηλαδή μέσα στο νου μας και δεν πρέπει να ζητούμε τους γενικούς φυσικούς νόμους στη φύση μέσω της εμπειρίας, παρά αντίστροφα πρέπει α ζητούμε τη φύση μέσα στη γενική της νομιμότητα μόνο στις συνθήκες για τη δυνατότητα της εμπειρίας, συνθήκες που ενυπάρχουν στην αισθητήρια ικανότητα και στο νου μας. (ΚΑΝΤ, 1982: 115).

Το «υπέρτατο αγαθόν» και ο πρακτικός λόγος.

Όμως ο Καντ δεν σταμάτησε εκεί.
Αφού, σύμφωνα με την αρχή της a priori συνθετικής πρότασης της αιτιότητας, για κάθε φαινόμενο υπάρχει αιτία, προκύπτουν δυο πολύ σημαντικά ερωτήματα: ποια είναι η αιτία που ωθεί το φιλοσοφικό υποκείμενο στην παρατήρηση και ποιος είναι ο αιτιώδης δεσμός ανάμεσα σε όλα τα παρατηρούμενα φαινόμενα;
Όπως προαναφέραμε ο Καντ προσδιόρισε με σαφήνεια τα όρια της γνώσης, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως αναγνώρισε όρια στην ανθρώπινη σκέψη και στο φιλοσοφικό στοχασμό. Εκτός από τη δύναμη της λογικής, θα πρέπει κατά τον Καντ να υπάρχει και άλλη μια δύναμη που να ωθεί το φιλοσοφικό υποκείμενο να σκεφτεί. Η δύναμη αυτή είναι η βούληση. Αλλά, για τον Καντ, η δύναμη της βούλησης δεν περιορίζεται απλώς να υποκινήσει τη λογική μας για να εξετάσει και να κατανοήσει τα φαινόμενα, όπως υποστήριξε ο Καρτέσιος, αλλά, θέλοντας να υπερβεί τα όρια της εμπειρίας και των αισθαντικών κατηγοριών, να κατανοήσει, ενορατικά ίσως, την ουσία των πραγμάτων και της ίδιας της θείας οντότητας (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ, 1998).
Η ιδέα του θεού ως του αιτιώδους δεσμού όλων των φυσικών φαινομένων, «θεμελίου και εγγυητή μιας ηθικής τάξης», συμπίπτει με την θέση του Καντ πως υπάρχει ένας κόσμος αντιληπτός από τις αισθήσεις και τη συνείδησή μας κι ένας κόσμος έξω απ’ αυτά, ο κόσμος των πραγμάτων καθαυτών.
Όμως, ο Καντ δεν υιοθετεί τις πλατωνικές αντιλήψεις για έναν αιθέριο κόσμο «ιδεών» που μπορεί να καταστεί λογικά αποδείξιμος, ούτε το «οντολογικό επιχείρημα» του Καρτέσιου πως η τελειότητα της θείας φύσης είναι εκείνη που δεν επιτρέπει την πλάνη της ανθρώπινης αντίληψης, άρα αποδεικνύει και την ύπαρξη του Θεού. Η θέση του Καντ είναι πως τα καθαυτά όντα, επειδή είναι όντα δυνάμει και όχι φύσει, δεν είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτά ούτε από τη νόηση, ούτε από τη φαντασία γιατί η φύση τους υπερβαίνει κάθε αισθητηριακή και ψυχολογική αντίληψη κι αυτή είναι μια παραδοχή που θα πρέπει να γίνεται γενικά αποδεκτή στα πλαίσια της «επιστημολογικής ταπεινοφροσύνης».
Στα όρια δηλαδή της γνώσης ο Καντ αποδέχεται να την καταργήσει για να κερδίσει τόπο για την πίστη.
Ωστόσο υπάρχει, μας λέει ο Καντ, ο τρόπος για να απαντηθούν τα μεγάλα μεταφυσικά ερωτήματα της ύπαρξης του Θεού και της αθανασίας της ψυχής.
Ο τρόπος αυτός δεν σχετίζεται με μια άλογη και φανατική θρησκευτική πεποίθηση, αλλά με μια μεταφυσική μέσα στα πλαίσια του καθαρού λόγου κι ο τρόπος αυτός είναι η απαρέγκλιτη συνέπεια προς τις επιταγές της «καθαρής» ανθρώπινης βούλησης και του ηθικού νόμου, που ο Καντ ονομάζει «πρακτικό λόγο».
Η ανθρώπινη βούληση για τον Καντ χωρίζεται σε εμπειρική και καθαρή.
Η εμπειρική βούληση είναι εκείνη που προκύπτει από παράγοντες που λειτουργούν έξω απ’ αυτήν και την επικαθορίζουν:
Λειτουργεί και συμπεριφέρεται κάποιος έντιμα, γιατί έτσι δημιουργεί μια καλή φήμη και προσδοκά την αναγνώριση της κοινότητας. Αυτού του είδους η βούληση, μας λέει ο Καντ, δεν είναι ελεύθερη γιατί υπαγορεύεται από όρους, συνθήκες και συμβάσεις που βρίσκονται έξω απ’ αυτήν.
Απ’ την άλλη, η ελεύθερη βούληση είναι αυτή που δεσμεύεται μόνον από την ίδια, χωρίς να επικαθορίζεται από κανέναν άλλον εξωτερικό παράγοντα, μακριά από εμπειρικές καταβολές:
Είμαι καλός άνθρωπος γιατί έτσι νιώθω και επιθυμώ κι όχι γιατί φοβάμαι το ενδεχόμενο της τιμωρίας ή προσδοκώ ανταμοιβή στην μετά θάνατο ζωή.
Αυτή η ελεύθερη βούληση είναι εκείνη που, κατά τον Καντ, δίνει στον άνθρωπο την απόλυτη ελευθερία και τον αυτοκαθορισμό και αναδεικνύει, εν τέλει, τον ηθικό άνθρωπο. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ, 1998)
Ωστόσο, στο πλαίσιο της αμοιβαίας εξάρτησης του μέρους με το όλον και των κανονιστικών δραστηριοτήτων της λογικής που επιβάλουν την αρχή της σκοπιμότητας και στο αυτο-οργανούμενο όλον της ανθρώπινης ύπαρξης (LOSEE, 1992), η ελεύθερη βούληση επιτάσσει την τέλεση του καθήκοντος, δηλαδή του δέοντος μακριά από τις εγωϊστικές και ωφελιμιστικές ατομικιστικές ανθρώπινες ροπές και τάσεις , με τέτοιον τρόπο που «η ρυθμιστική αρχή της βούλησής σου, να μπορεί συγχρόνως, να καταστεί καθολικός νόμος» (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ, 1998), μέσα σ’ ένα περιβάλλον έλλογων κι ελεύθερων όντων.
Αυτή η βασική επιταγή του πρακτικού λόγου οδηγεί, κατά τον Καντ, στην ηθική τελειότητα, που με τη σειρά της μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα της κατάκτησης του «ύψιστου αγαθού», δηλαδή της αρετής και της ευτυχίας κι εν τέλει να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα όρια της γνώσης και τις δυνατότητες της πεπερασμένης ανθρώπινης φύσης.
Εδώ, όμως, φαίνεται πως ο Καντ επιστρέφει στο «οντολογικό επιχείρημα» του Καρτέσιου, αφού υποστηρίζει πως το ύψιστο αγαθό «είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης του Θεού», εφόσον εάν δεν υπήρχε Θεός η βούληση του ανθρώπου να υπερβεί την πεπερασμένη του φύση δεν θα εναρμονιζόταν με την πραγματικότητα και θα ήταν δυστυχής (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ, 1998).
Εφόσον λοιπόν υπάρχει, έτσι, Θεός, η βούληση του ανθρώπου για την εναρμόνιση με τον ηθικό νόμο και την κατάκτηση του ύψιστου αγαθού μπορεί και πρέπει να πραγματοποιηθεί, όχι όμως στο διάστημα μιας ανθρώπινης ζωής, που είναι εξαιρετικά βραχύβια γι’ αυτόν τον σκοπό, αλλά μέσω της αθανασίας της ψυχής, που είναι «αχώριστα συνυφασμένη με τον ηθικό νόμο, αποτελεί ένα αίτημα του πρακτικού λόγου» (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ, 1998: 318).
Για τον Καντ, ο πρακτικός και ο θεωρητικός λόγος ενυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο και προσδιορίζουν (ή θα έπρεπε να προσδιορίζουν) τον τρόπο που λειτουργεί και συμπεριφέρεται.

Σύνοψη.

Μπορεί, ενδεχομένως, κάποιος να εντοπίσει μερικές αντινομίες στη φιλοσοφική σκέψη του Καντ, όπως, μας λέει χαρακτηριστικά ο Θ. Ν. Πελεγρίνης, το γεγονός πως τα πράγματα καθαυτά προμηθεύουν στον ανθρώπινο νου τις έμφυτες έννοιες για την επεξεργασία των εμπειρικών παρατηρήσεων, αλλά τα ίδια βρίσκονται εκτός των δυνατοτήτων της ανθρώπινης αντίληψης κι επομένως μακριά από κάθε ενδεχόμενο παρατήρησης.
Επίσης η επιταγή της απόλυτης συνέπειας προς τις επιλογές της ελεύθερης βούλησής που θέτει ο ηθικός νόμος, δεν αποτελεί στην ουσία ακύρωση αυτής της ίδιας της ελεύθερης βούλησης και δέσμευση της ελεύθερης κάθε φορά επιλογής; (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ, 1998: 320 -321)
Μόλα ταύτα, η θεμελιώδης συμβολή του Καντ στην ανέλιξη της ανθρώπινης σκέψης έγκειται μάλλον στην καθοριστική προσφορά του για τον συγκερασμό του ορθολογισμού με τον εμπειρισμό, μα, κυρίως, στην ολοκλήρωση της μεταστροφής της φιλοσοφικής σκέψης προς το φιλοσοφικό υποκείμενο και την αλληλεπίδρασή του με τον χώρο των φαινομένων που εξετάζει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Καντ Ι., Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική, εις.-μτφ.-σχόλια Γ. Τζαβάρα, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1982

Καντ Ι., Κριτική του καθαρού λόγου, εις.-μτφ.-σχόλια Α. Γιανναράς, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα χ.χ.

Πελεγρίνης Θ., ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, β’ ανατ., εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998.

Losse J., Φιλοσοφία της Επιστήμης, Μια ιστορική εισαγωγή, α’ ανατ., εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1992.


Δεν υπάρχουν σχόλια: