Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007

Το δίδαγμα του Λάνκαστερ.


Είναι προφανής πλέον, και γνωστός εδώ και πολλές δεκαετίες, ο ρόλος που έχει καθοριστεί για τη χώρα μας μέσα την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κι ο ρόλος αυτός δεν είναι άλλος παρά εκείνος του ξενοδόχου και του ταβερνιάρη.
Αυτό το είδος της οικονομικής ανάπτυξης φαίνεται να ικανοποιεί τους νεοφιλελεύθερους πολιτικούς, που διαχειρίζονται και ρυθμίζουν τις τύχες της πα
τρίδας μας, ενώ η πλειονότητα του ελληνικού λαού παλεύει να ανταπεξέλθει και να επιβιώσει μέσα σ' αυτές τις καπιταλιστικές, νεοφιλελεύθερες μεταμορφώσεις κι ανακατάξεις, κάτω απ' τον συνθλιπτικό τροχό Τζάγκερνατ του κεφαλαίου.
Κι όμως, αυτό που σήμερα συμβαίνει στην πατρίδα μας, έχει ήδη συμβεί στην κοιτίδα του βρετανικού εθ
νικού καπιταλισμού, το πάλαι ποτέ κραταιό Λάνκαστερ, πριν περίπου τριάντα χρόνια.
Με δεδομένη την υστέρηση που παρατηρείται στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην πατρίδα μας σε σχέση με τις, λεγόμενες, προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες, νομίζω θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε την περίπτωση του Λάνκαστερ και να αντλήσουμε, ενδεχομένως, κάποια διδάγματα.

Η βασική αρχή του οικονομικού φιλελευθερισμού, που αποτελεί το κρηπίδωμα του καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης, είναι εκείνη της απόλυτης ελευθερίας της λειτουργίας της αγοράς.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν εσωτερικοί νόμοι που ρυθμίζουν την οικονομική λειτουργία του καπιταλισμού, αλλά πως οι νόμοι αυτοί διαμορφώνονται ελεύθερα, χωρίς κρατική παρέμβαση, πάνω στον θεμελιώδη νόμο της προσφοράς και της ζήτησης.
Αν και, σε γενικές γραμμές, η θέση της φιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας είναι πως δεν νοούνται τελικοί σκοποί για τα οικονομικά συστήματα, υπάρχει ένας απαρασάλευτος σκοπός στην εν γένει λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας: η επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους.
Μια που το καπιταλιστικό μοντέλο της βιομηχανικής ανάπτυξης βασίστηκε, αλλά κι επικαθόρισε, στο φαινόμενο της αστικοποίησης, η οικονομική ζωή των πόλεων αντανακλά, αλλά κι αλληλεπιδρά, τη σύνθετη διαδικασία των καπιταλιστικών μεταμορφώσεων.
Έτσι, όταν ο καπιταλισμός περνά από το στάδιο του ανταγωνιστικού, εθνικού καπιταλισμού των αρχών του 20ου αιώνα, σ’ εκείνο του μονοπωλιακού, διεθνοποιημένου μοντέλου των μέσων του αιώνα αυτού, παρατηρούνται ανάλογες μεταμορφώσεις κι επιπτώσεις στις καπιταλιστικές μητροπόλεις κι εν γένει στις αστικές περιοχές.
Οι επιπτώσεις αυτές μπορούν να χωριστούν σε τρία επίπεδα: στο επίπεδο της χωρικής διαίρεσης της εργασίας, δηλαδή στους τομείς που το εργατικό δυναμικό προσφέρει την εργασία του. στο επίπεδο της χωρικής κατανομής του πληθυσμού, δηλαδή στον τρόπο που οι σχέσεις εργασίας συνδιαμορφώνουν χωρικά τους τόπους κατοικίας του εργατικού δυναμικού. και, τέλος, τον τύπο και τη διαμόρφωση του δομημένου περιβάλλοντος. (BALL M, 2001)
Θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτές οι λειτουργικές αλληλοσυνδέσεις μεταξύ των μεταβολών της οικονομικής και χωρικής ανάπτυξης δεν είναι ξέχωρες από τις κρατικές και πολιτικές παρεμβάσεις.
Παρακάτω, θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε πώς ο καπιταλιστικός μετασχηματισμός του μονοπωλιακού, διεθνοποιημένου μοντέλου ανάπτυξης, επηρέασε άμεσα την παραδοσιακή κι ακμάζουσα, κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, βιομηχανία της ευρύτερης περιοχής του Λάνκαστερ στη Μεγάλη Βρετανία, οδηγώντας την σε μια σταδιακή ύφεση και παρακμή ανάμεσα στις δεκαετίες 1950 - 1980.
Θα επικεντρωθούμε, κυρίως, στις αλλαγές της μορφής συγκέντρωσης του παραγωγικού κεφαλαίου, στους τοπικούς κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς κι αλληλοσυνδέσεις, αλλά και στις διεθνείς παραμέτρους που συντέλεσαν στο φαινόμενο αυτό, επιχειρώντας, τελικά, να κατανοήσουμε καλύτερα πώς οι μεταμορφώσεις της οικονομίας επηρεάζουν, κι εν πολλοίς διαμορφώνουν, άμεσα τους «κύκλους ζωής των πόλεων». (ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ Λ, 2005)

Οι μετασχηματισμοί κι οι μεταμορφώσεις του Λάνκαστερ.

Όταν ο Pounds λέει πως, κατά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων, «τα περισσότερα αδράχτια της Ευρώπης προέρχονται από το Lancashire», αναφέρεται σε μια εποχή όπου στο καπιταλιστικό βιομηχανικό μοντέλο επικρατούσε η μορφή συγκέντρωσης του «επιχειρηματία κεφαλαιούχου», μια μορφή δηλαδή κατά την οποία η σχέση κατοχής της εργασιακής διαδικασίας συνέπιπτε με την οικονομική κυριότητα κι επομένως τη διάθεση των μέσων παραγωγής. Το μοντέλο αυτό υπήρξε κατά βάση απλό: ένας (σπανιότερα και περισσότεροι) κεφαλαιούχος επένδυε ένα αρχικό κεφάλαιο σε μια συγκεκριμένη βιομηχανική παραγωγή, σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο, με συγκεκριμένες εργασιακές σχέσεις και συγκεκριμένο εργατικό δυναμικό, παράγοντας (συνήθως) ένα συγκεκριμένο βιομηχανικό, ανταγωνιστικό, προϊόν, που διοχετευόταν σε μια συγκεκριμένη αγορά, προσδοκώντας το μέγιστο δυνατό κέρδος.
Ήδη, όμως, από την εποχή του ιμπεριαλιστικού, επιθετικού, καπιταλισμού των αρχών του 20ου αιώνα, οι σχέσεις αυτές αλλάζουν.
Σταδιακά, λοιπόν, και μέσα στο πλαίσιο της συνεχούς καπιταλιστικής ανάπτυξης, η ολοκλήρωση του «εθνικού καπιταλισμού» δίνει την θέση της σ’ έναν νέο διεθνοποιημένο καπιταλιστικό σχηματισμό, τον μονοπωλιακό, όπου υπάρχει μια σαφής αποκέντρωση ανάμεσα στις σχέσεις κατοχής και οικονομικής κυριότητας κι η φύση του οποίου «είναι η συγκρότηση κάτω από την αποκλειστική οικονομική κυριότητα ουσιαστικών σύνθετων παραγωγικών μονάδων με εργασιακές διαδικασίες στενά συναρθρωμένες και ενοποιημένες – ενιαία παραγωγή – που τα διάφορα ιδρύματά τους είναι κατανεμημένα σ πολλές χώρες: ενιαία παραγωγή που δεν εμποδίζει, αντίθετα μάλιστα, την ποικιλία σε έτοιμα προϊόντα και που δεν περιορίζεται σ’ ένα μόνο κλάδο». (ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ Ν, 2001, σ:71)
Οι αλλαγές αυτές, όπως είπαμε, δρομολογούνται ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά ειδικά μετά την κορύφωση της, επί πολλά χρόνια σοβούσας, πετρελαϊκής κρίσης το 1970, που θα επιφέρει το τέλος της «χρυσής καπιταλιστική περιόδου» των δεκαετιών 1950 – 1970 και της ευδαιμονίας του φορντισμού, θα επιφέρουν έναν νέο καπιταλιστικό σχηματισμό, εκείνον του νεοφιλελεύθερου τύπου ανάπτυξης των πολυεθνικών, αφού το παλαιότερο μοντέλο δεν απέφερε την προσδοκώμενη απόδοση των επενδυμένων κεφαλαίων.
Η περιοχή του Λάνκαστερ θα επηρεαστεί άμεσα, και θα παρακμάσει, συνεπεία όλων αυτών των καπιταλιστικών μεταμορφώσεων, όχι γιατί χωρικά δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις ένταξής του στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης, αλλά, μάλλον, γιατί μια πληθώρα πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών διαδικασιών έκανε το «τρένο» της νεοφιλελεύθερης βιομηχανικής ανάπτυξης να περνά μεν, αλλά να μην σταματά στην περιοχή αυτή.
Ας δούμε, όμως, πιο αναλυτικά τους μηχανισμούς που επηρέασαν τη διαδικασία του μαρασμού και της παρακμής του Λάνκαστερ στην περίοδο 1950 – 1970.
Στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης της βρετανικής οικονομίας, η ευρύτερη περιοχή του Λάνκαστερ, ένος τόπου που συνδεόταν παραδοσιακά με τους βιομηχανικούς τομείς της υφαντουργίας, των λινολαίων, των πλαστικών και των λιπασμάτων, ήταν ένα από τα «θύματα» της παραγωγικής στροφής προς «την επένδυση και τεχνολογική αλλαγή», δηλαδή την στροφή προς τις τεχνολογίες αιχμής και τις νέες, αυτοματοποιημένες και αποκεντρωμένες, διαδικασίες παραγωγής, καθώς και της «εκλογίκευσης», δηλαδή της μη απασχόλησης μη ειδικευμένου στις νέες τεχνολογίες προσωπικού. ( MURGATROYD L, URRY J, 2001). Πρακτικά, η βιομηχανική βάση της περιοχής του Λάνκαστερ περιλάμβανε, κατά κύριο λόγο, βιομηχανικούς τύπους παραγωγής που, στο πλαίσιο της εθνικής οικονομικής αναδιάρθρωσης, θα παρήκμαζαν και σε εθνικό επίπεδο. Η συσσώρευση του κεφαλαίου γίνεται, πλέον, σε παγκόσμια κλίμακα κι έτσι οι βιομηχανικές μονάδες του, άλλοτε κραταιού, Λάνκαστερ μετατρέπονται σε παραρτήματα, συγχωνεύονται, απορροφούνται ή, απλώς, κλείνουν. Όλα έχουν, εν τέλει, να κάνουν με την επιδίωξη της μέγιστης δυνατής απόδοσης του επενδυμένου, διεθνούς πλέον, παραγωγικού κεφαλαίου.
Το Λάνκαστερ υπήρξε ένας τόπος που βίωσε έναν συγκεκριμένο διεθνή τύπο ανάπτυξης, όπου οι εργασιακές σχέσεις κι οι τύποι παραγωγής διαιρούνται μέσα στον ίδιο τον βιομηχανικό τομέα, στο πλαίσιο της συνεχούς ροής των εσωτερικών ανταλλαγών της παραγωγικής μονάδας. μικρές επενδύσεις στην ελαφρά βιομηχανία με κατώτερη τεχνολογία κι επομένως άντληση σχετικής υπεραξίας από τα χαμηλά ημερομίσθια ενός ελλιπώς εξειδικευμένου προσωπικού. αλλά, ταυτόχρονα, υψηλές επενδύσεις κεφαλαίων σε εξειδικευμένους τομείς, με υψηλή παραγωγικότητα και μεγάλες αποδόσεις. (ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ Ν, 2001)
Με πιο απλά λόγια, το Λάνκαστερ ήταν μια περιοχή όπου, μέχρι το 1950, ανθούσε ο τύπος του εθνικού καπιταλισμού: πολλές, μικρές ή μεγάλες, βιομηχανικές μονάδες κι επιχειρήσεις που ανήκαν, ως επί το πλείστον, σε ντόπιους κεφαλαιοκράτες και βασίζονταν σε παραδοσιακούς εμπορικούς και διαπροσωπικούς δεσμούς.
Κατά τις δεκαετίες, όμως, 1950 – 1980, αναδιαρθρώνεται ριζικά η βρετανική αναπτυξιακή στρατηγική με κατεύθυνση προς το διεθνοποιημένο καπιταλιστικό μοντέλο, οπότε οι βιομηχανικές βάσεις του Λάνκαστερ, που αφορούσαν στο μοντέλο του προηγούμενου τύπου βιομηχανικής ανάπτυξης, είτε έπεσαν στο επίπεδο παραρτήματος, είτε έκλεισαν.
Γιατί, όμως, η περιοχή του Λάνκαστερ δεν επιλέχθηκε ως τόπος στρατηγικών επενδύσεων στον βιομηχανικό τομέα, καίτοι διέθετε ένα ικανό και σχετικά εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό και μια ήδη διαμορφωμένη βιομηχανική βάση, δομή και χωρική ανάπτυξη;
Μερικοί ερευνητές προβάλλουν λόγους πολιτικής και οικονομιστικής σκοπιμότητας.
Η Βορειοδυτική Περιφέρεια αφενός δεν αποτελούσε, με τις δυο εκλογικές της περιφέρειες και την απαθή πολιτική στάση των ψηφοφόρων, υπολογίσιμη πολιτική δύναμη κι αφετέρου η χαμηλή συγκέντρωση του πληθυσμού δεν αποτελούσε επαρκή αγοραστική δύναμη.
Όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία, η περιφέρεια του Λάνκαστερ, καίτοι μια βιομηχανική - εργατική περιφέρεια, δεν «ενίσχυε» σε ικανοποιητικό βαθμό το βρετανικό Εργατικό Κόμμα, ενώ παρουσίαζε σχετικά μεγάλα ποσοστά αποχής από την εκλογική διαδικασία. Αυτό αποδεικνύει, ίσως, «την αναγκαία και ειδική μορφή της παρουσίας του πολιτικού στοιχείου και της ιδεολογίας μέσα στις σχέσεις παραγωγής, κατά την αναπαραγωγή του καπιταλισμού σ’ όλα αυτά τα στάδια». (ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ Ν, 2001, σ:123)
Επιπροσθέτως, οι πατερναλιστικές παραδοσιακές εργασιακές σχέσεις, που είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή, κι ο τοπικισμός των κατοίκων, δεν επέτρεψαν στα εργατικά συνδικάτα να αναπτύξουν πιο διεκδικητικές και μαχητικές μορφές εργατικών κινητοποιήσεων και αντιδράσεων στην επιχειρούμενη αποβιομηχάνιση της περιοχής τους (σε αντίθεση με τον ακτιβισμό που επέδειξαν τα εργατικά συνδικάτα άλλων, λιγότερο βιομηχανικά ανεπτυγμένων, βρετανικών Περιφερειών σε ανάλογες προσπάθειες αποβιομηχάνισης), συναινώντας, έτσι, σε συμβιβαστικές και «ρεαλιστικές» λύσεις «κοινής ωφελείας», δηλαδή, κατ’ ουσία, σ’ έναν «λογικό» αριθμό απολύσεων και στην άμεση καταβολή των προβλεπομένων αποζημιώσεων. (MURGATROYD L, URRY J, 2001)
Ωστόσο, μια που το φιλελεύθερο κράτος στο στάδιο του ανταγωνιστικού καπιταλισμού παίζει πάντοτε έναν οικονομικό ρόλο, έστω κανονιστικό στο πλαίσιο της καπιταλιστικής αυτορρύθμισης (ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ Ν, 2001), οι μεταβαλλόμενες τοπικές βιομηχανικές δομές στρέφουν την τοπική κυβέρνηση του Λάνκαστερ προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης του τομέα της παροχής, βιομηχανικών και μη, υπηρεσιών.
Έτσι, σε συνάρτηση με στρατηγικές αποφάσεις της εθνικής κυβέρνησης, που αφορούσαν στους τομείς των μεταφορών, των επικοινωνιών, της εκπαίδευσης και της υγείας, παρατηρείται μια στροφή του εργατικού δυναμικού της περιοχής προς τον τομέα της παροχής υπηρεσιών. Είναι χαρακτηριστικό πως ο αριθμός των απασχολούμενων στους τομείς της «άμεσης» βιομηχανικής παραγωγής έπεσε στην περιοχή του Λάνκαστερ από 6,5 εκατομμύρια κατά το τέλος της δεκαετίας του 1950 σε 5,2 εκατομμύρια το 1975. (MURGATROYD L, URRY J, 2001)
Αναπτύσσεται, λοιπόν, μια νέα βιομηχανία στην περιοχή, εκείνη των υπηρεσιών, κι ως εκ τούτου υπάρχει ζήτηση κι απορρόφηση στα επαγγέλματα υπηρεσιών, δηλαδή σε διοικητικά και οικονομικά στελέχη, επαγγελματίες, υπαλλήλους γραφείων, λογιστές, πωλητές, εκπαιδευτικούς, γιατρούς κοκ.
Αυτές οι μεταβολές, βεβαίως, στη χωρική διαίρεση της εργασίας επηρεάζουν, όπως αναφέραμε και εισαγωγικά, τόσο την χωρική κατανομή του πληθυσμού, όσο και την διαμόρφωση του δομημένου περιβάλλοντος. Έχουμε, λοιπόν, την συγκέντρωση στην περιοχή της παροχής μιας σειράς εξειδικευμένων υπηρεσιών, όπως κέντρων ψυχικής ιατρικής, Πανεπιστήμιων, τουριστικής βιομηχανίας, «ποικίλλων υπηρεσιών» (κινηματογράφων, θεάτρων, εστιατορίων κοκ.) και υπηρεσιών «διανομής», δηλαδή λιανικών πωλήσεων. Επιπροσθέτως, παρατηρείται μια μεγάλη στροφή του εργατικού δυναμικού προς την απασχόληση σε δημόσιες υπηρεσίες, αλλά και στην επιδοτούμενη ανεργία, πράγμα που συνδέει την ύπαρξη και την λειτουργία πλήθους άλλων επιχειρήσεων από εισοδήματα, ή επιδόματα, που παρέχονται μέσω της απασχόλησης στον κρατικό τομέα (MURGATROYD L, URRY J, 2001) και αποδεικνύει πως από τις εκάστοτε βιομηχανικές και οικονομικές δομές, στα διάφορα στάδια των καπιταλιστικών αναπτύξεων, συναρτώνται και οι μετασχηματισμοί του ρόλου του φιλελεύθερου κράτους (ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ Ν, 2001)
Αυτός ο μετασχηματισμός του χαρακτήρα του Λάνκαστερ, από μια κυρίως βιομηχανική ζώνη σε μια ζώνη, κυρίως, παροχής, βιομηχανικών και μη, υπηρεσιών, επηρεάζει όχι μόνον το Λάνκαστερ, αλλά την ευρύτερη περιοχή γύρω απ’ αυτό, αφού οι τοπικές υπηρεσίες και τα διαθέσιμα προϊόντα απευθύνονται σ’ ένα πολύ ευρύτερο κοινό κι ως εκ τούτου εργαζόμενοι και πελάτες μετακινούνται τόσο μέσα, αλλά επίσης από και προς την περιοχή του Λάνκαστερ, είτε για να εργασθούν, είτε για να αγοράσουν και να διαθέσουν προϊόντα. Έχουμε, στην ουσία, μια ευρύτερη προαστιοποίηση της περιοχής. Φαίνεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, πως ο καπιταλισμός, έστω κι αν δεν δεχθούμε την άποψη των Μαρξ και Ένγκελς πως καταστρέφει το περιβάλλον, σίγουρα το διαμορφώνει καθοριστικά.

Σύνοψη

Οι MURGATROYD και URRY, στα συμπεράσματα της μελέτης τους γύρω από το θέμα της αναδιάρθρωσης της τοπικής οικονομίας του Λάνκαστερ, καταλήγουν πως, κατά την δεκαετία 1960 - 1970, «μια νέα, εν μέρει διεθνής, χωρική διαίρεση εργασίας αναπτύχθηκε από την οποία το Λάνκαστερ απέτυχε να ωφεληθεί». (MURGATROYD L, URRY J, 2001, σ:151)
Ωστόσο, μέσα από την προσωπική μας προσέγγιση τείνουμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως ο μετασχηματισμός της οικονομίας κι η αλλαγή του χαρακτήρα του Λάνκαστερ υπήρξε περισσότερο προϊόν κι αποτέλεσμα μιας κεντρικής πολιτικής βούλησης και σκοπιμότητας, στο πλαίσιο των αναδιαρθρωτικών επιλογών της εθνικής οικονομικής στρατηγικής, και λιγότερο αποτέλεσμα μιας καπιταλιστικής «αυτορρύθμισης».
Ο H. KAELBLE υποστηρίζει την άποψη πως, κατά την δεκαετία του 1970, «ο αριθμός των εργατών μειώθηκε. η βιομηχανία αναζητούσε μετανάστες ή γυναίκες, που έτειναν λιγότερο στη διαμόρφωση ενός κοινωνικού περιβάλλοντος» κι ως εκ τούτου «οι οικονομικές βάσεις στις οποίες στηρίζονταν η εργατική τάξη εξασθένησαν», ενώ «η εφαρμογή του κράτους πρόνοιας διαχειριζόταν αποτελεσματικότερα τις ατομικές κρίσεις». (KAELBLE H, 2000, σ: 485)
Όπως αναφέραμε ήδη, η απόλυτη ελευθερία κι η απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς είναι ο βασικός πυλώνας του καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης.
Έτσι, ναι μεν τους οικονομικούς νόμους μέσα στο φιλελεύθερο οικονομικό περιβάλλον τους επιβάλλει η αγορά, πλην όμως το εργατικό δυναμικό αυτής της αγοράς δεν είναι, σχεδόν ποτέ, σε θέση να επιβάλλει νόμους προς το δικό του συμφέρον. Κι αυτή αδυναμία του εργατικού δυναμικού να επιβάλλει κάποιους νόμους, ή έστω όρους, προς την εξυπηρέτηση και προώθηση των ταξικών του συμφερόντων οφείλεται, ασφαλώς, και στην παθητική, μοιρολατρική, στάση που τηρεί ένα μεγάλο, ίσως το μεγαλύτερο, μέρος του εργατικού δυναμικού αυτού, μπρος στον επελεύνοντα καπιταλιστικό ολοκληρωτισμό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Λεοντίδου Λ, ΑΓΕΩΓΡΑΦΗΤΟΣ ΧΩΡΑ, Ελληνικά είδωλα στις Επιστημολογικές Διαδρομές της Ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, εκδ. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Αθήνα 2005.

Πουλαντζάς Ν., ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ, μτφ. Ν. Μηλιόπουλος, Γ. Κρητικός, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα 2001.

BALL M, «Η εκτατική αστική οικονομία», στο: Massey D., Allen J. (επιμ), Η Γεωγραφία Έχει Σημασία!, μτφ. Κ. Παυλογεωργατου, μτφ. ελλ. εκδ. – γλωσσάρι Λ. Λεοντίδου, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2001.

MURGATROYD L, URRY J, «Η αναδιάρθρωση μιας τοπικής οικονομίας: η περίπτωση του Λάνκαστερ», στο: Massey D., Allen J. (επιμ), Η Γεωγραφία Έχει Σημασία!, μτφ. Κ. Παυλογεωργατου, μτφ. ελλ. εκδ. – γλωσσάρι Λ. Λεοντίδου, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2001.

KAELBLE H, «Ο μεγάλος εκσυγχρονισμός», στο: Αρβελέρ Ε., Aymard M., ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, ΝΕΟΤΕΡΗ και ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, μτφ. Π. Μπουρλάκης, Σπ. Κακουργιώτης, Κ. Γεωργοπούλου, β’ ανατ., εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2000.


Δεν υπάρχουν σχόλια: