Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Το εθνικιστικό δίλημμα.

Ο νεότερος εθνικισμός, εκείνη δηλαδή η πολιτική πραγματικότητα που γεννήθηκε μέσα από τα συντρίμμια του φεουδαλισμού και θέριεψε μέσα στις επαναστατικές φωτιές της γαλλικής επανάστασης, έκρυβε πάντοτε κι εξακολουθεί να κρύβει ένα μεγάλο δίλημμα.
Εν τη γενέσει του, ο νεότερος εθνικισμός παρουσίαζε ταυτόχρονα ένα προοδευτικό, επαναστατικό, πρόσωπο κι ένα συντηρητικό, αντιδραστικό, προσωπείο.
Η γ
αλλική «Τρίτη Τάξη», το "Nation" της γαλλικής επανάστασης, χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα ως μοχλός για το γκρέμισμα της γαλλικής μοναρχίας και της αυλικής αριστοκρατίας, του περιβόητου ancient regime , μα ταυτόχρονα κι ως όχημα για την άνοδο της νεόκοπης γαλλικής αστικής τάξης, που εποφθαλμιούσε μερίδιο πολιτικής εξουσίας αντίστοιχο με εκείνο της οικονομικής της δύναμης, την συγκατοίκησή της δηλαδή στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας μαζί με τους μονάρχες και την παραδοσιακή «αριστοκρατία του ξίφους».
Όταν ο «στόχος» αυτός επετεύχθη, το γαλλικό Nation, που στο μεταξύ είχε επικίνδυνα ριζοσπαστικοποιηθεί, έγινε επικίνδυνο για την ίδια την αστική τάξη που είχε εγκατασταθεί στην κορυφή της πολιτικής εξουσίας και, ως εκ τούτου, έπνιξε με ευκολία, το 1831, στο αίμα τις λαϊκές εξεγέρσεις του Παρισιού κι αποκατέστησε του Βουρβώνους στον γαλλικό θρόνο.
Στην ίδια λογική κινήθηκε κι ο γερμανικός, ρομαντικός, εθνικισμός.
Αφού
γεννήθηκε ως αντίδραση απέναντι στην ναπολεόντεια επεκτατικότητα, στην πορεία εξυπηρέτησε τον άκρατο σωβινισμό και την στρατοκρατία του Β’ Γερμανικού Ράιχ και κατέληξε στο ναζιστικό έκτρωμα.
Απ’ την άλλη, αυτός ο ίδιος ο εθνικισμός ήταν εκείνος που οδήγησε στην ανεξαρτησία, την εθνική και πολιτική αυτονομία, λαούς όπως, μεταξύ άλλων, ο ελληνικός κι ο βελγικός.
Σήμερα, αυτή η προοδευτική κι επαναστατική διάσταση του εθνικισμού δικαιολογεί και δικαιώνει τον αγώνα των Παλαιστινίων και των Κούρδων αγωνιστών για το δικαίωμά τους στην εθνική και πολιτική αυτοτέλεια και κυριαρχία.
Εν ολίγοις, υπάρχει αυτή η παράξενη διττή φύση, αυτό το περίφημο εθνικιστικό δίλημμα.
Το δικαίωμα των καταπιεσμένων λαών στην αυτοδιάθεση και πολιτική κυριαρχία δεν μπορεί παρ
ά να εκλαμβάνεται ως μια έννοια θετική και προοδευτική.
Το δικαίωμα των ιστορικών εθνών – τον όρο αποδεχόταν τόσο ο Ένγκελς, αλλά αργότερα κι η ίδια η Λούξεμπουργκ – να αντιστέκονται και να προσπαθούν να απαλλαγούν από ξένους δυνάστες και καταπιεστές, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί μια επαναστατική δύναμη στην ιστορική ε
ξέλιξη.
Κι όμως, τη
ν ίδια στιγμή, η ιδεολογία κι η πολιτική πραγματικότητα του εθνικισμού αποτέλεσε το ιδεολογικό «όπλο», την πιο πειστική προπαγάνδα, για τους στρατοκρατικούς και φασιστικούς μηχανισμούς τους τελευταίους δύο αιώνες.
Η
χάλκευση αυτή του εθνικισμού, γέννησε, κατ’ ουσίαν, τα περισσότερα φασιστικά και στρατοκρατικά καθεστώτα της νεότερης ιστορίας, ενώ αποτέλεσε το άλλοθι για την ιμπεριαλιστική πολιτική των, λεγομένων, ισχυρών κρατών του πλανήτη.
Σε μια ακραία εκδοχή της χάλκευσης και της αλλοίωσης το εθνικισμού, οι Η.Π.Α. εμφανίζονται σήμερα να «υπερασπίζονται» τα εθνικά τους δίκαια, τα οποία οι ίδιοι οι Αμερικανοί θεωρούν ότι υπάρχουν σε ολόκληρη την υφήλιο, εξαπολύοντας προληπτικούς (τρομο)πολέμους κατά του «άξονα του κακού», ο οποίος, υποστηρίζουν οι ίδιοι, επιβουλεύεται την
ευημερία και την προκοπή της πατρίδας τους.
Η ελληνική αριστερά, χρόνια τώρα, στέκεται αμήχανη εμπρός στο εν λόγω εθνικιστικό δίλημμα.
Έχοντας περάσει την φάση όπου ο σοσιαλιστικός διεθνισμός μεταφραζόταν αυθαίρετα σ’ έναν επιλεκτικό αντεθνισμό – ο οποίος, ενίοτε, ισοδυναμούσε μ’ έναν ατόφιο ανθελληνισμό – αντιμετωπίζει τώρα κι η ίδια την ουσία του προβλήματος.
Στην εποχή της νεοταξικής λαίλαπας, η εθνικιστική ιδεολογία φαίνεται να αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας, το πιο ισχυρό ιδεολογικοπολιτικό μετερίζι κατά της παγκοσμιοποίησης. Δειλά δειλά, εμφανίζεται δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο ένας ισχυρός αριστερός πατριωτικός πόλος, ο οποίος δείχνει να έχει αντιληφθεί την ανάγκη να συγκεράσει τις άκρες του εθνικιστικού διλήμματος.
Δηλαδή, αν και είναι αναμφίβολο γεγονός ότι τα νεοτερικά έθνη, αλλά κι οι πατρίδες, δεν μπορούν να εννοηθούν σαν αντικειμενικές, υλικές πραγματικότητες, παρά σαν, κυρίως, ψυχονοηματικές και συνειδησιακές καταστάσεις και πραγματικότητες, απ’ την άλλη ο εθνικισμός είναι μια εσωτερική κοινωνική εξέλιξη, μια στοιβαρή πολιτική πραγματικότητα, γέννημα μια ευρύτερης λαϊκής συνειδητότητας.
Τα έθνη είναι υπαρκτές, ζωντανές και δραστήριες πραγματικότητες, κι όχι φαντάσματα ή φαινόμενα, όπως θέλει να τα αντιμετωπίζει, ακόμη και σήμερα, ένα κομμάτι της παλαιοημερολογήτικης ριζοσπαστικής αριστεράς.
Τα έθνη, κι ο εθνικισμός, αποτέλεσαν απότοκα μιας συγκεκριμένης ιστορικοπολιτικής πραγματικότητας και τέθηκαν δίπλα στις κοινωνικές τάξεις στην εξέλιξη του ιστορικού γίγνεσθαι.
Αν και κάποιοι μαρξιστές δεν το ομολογούν, όπου η τάξη συγκρούσθηκε με το έθνος επικράτησε το τελευταίο. Φαίνεται να φοβούνται να ομολογήσουν ότι σε αυτό το ζήτημα, το ζήτημα του εθνικισμού, ίσως να έσφαλλαν, τελικά, μη αντιλαμβανόμενοι όλη την εικόνα. Ένα κομμάτι της ριζοσπαστικής αριστεράς εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με δυσπιστία, αν όχι με φανερή εχθρότητα, τον εθνικισμό, επιμένοντας σε μια ανορθολογική αντιμετώπιση αυτού του ιστορικού φαινομένου, που είναι, όμως, ταυτόχρονα και μια ζωντανή και δραστήρια πολιτική πραγματικότητα.
Κι είναι γνωστό ότι μια σκέψη και θεώρηση ανορθολογική δεν μπορεί ποτέ να είναι σκέψη και θεώρηση σοσιαλιστική.
Αυτό υπήρξε, άλλωστε, κι ένα ολέθριο ιδεολογικό σφάλμα της αριστεράς του τόπου μας, γιατί το έθνος κι ο εθνικισμός θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να νοούνται ως εξίσου προοδευτικές κι επαναστατικές πραγματικότητες κι όχι αντιδραστικά, «φαντασιακά», φαινόμενα, ειδικά σε μια πατρίδα σαν την δική μας όπου το εθνικιστικό συναίσθημα κι ο πατριωτισμός είναι, δικαίως κατά την γνώμη μου, κυρίαρχα και πρωτεύοντα στην συνείδηση του λαού μας. Ούτε κι είναι τα έθνη κι ο εθνικισμός «εργαλεία» του καπιταλισμού, όπως εξακολουθούν να ισχυρίζονται κάποιοι. Αντίθετα, ο καπιταλισμός δεν έχει πατρίδα κι αυτό είναι, περισσότερο από ποτέ, εμφανές στην εποχή μας.
Κάτω απ’ αυτήν την στρεβλή θεώρηση του σοσιαλιστικού διεθνισμού – αν κι ο Μαρξ φαίνεται να εννοούσε τον διεθνισμό ως συναδέλφωση των ιστορικών εθνών κι όχι ως πεισματική άρνηση της ύπαρξής τους και του θετικού ιστορικού τους ρόλου – η αριστερά «χάρισε», για χρόνια ολόκληρα - την έννοια του εθνικισμού στον φασισμό και στην φασιστική καπηλεία του όρου.
Ο εθνικισμός δεν απαντά, ασφαλώς, στα δικαιώματα κάποιας «καθαρής» ή «ανώτερης» ράτσας. Είναι, μάλλον, η συνειδητή απόφαση ενός λαού ότι τα μέλη του συνδέονται με άρρηκτους ιστορικούς και πολιτισμικούς δεσμούς, που υποχρεώνουν την ατομική συνείδηση ενός εκάστου να υποτάσσεται στην εθνική συνείδηση και στην γενική επιθυμία και όραμα ενός τέτοιου λαού να πορευθεί προς ένα κοινό μέλλον ως εθνική οντότητα.
Κοντολογίς, θα πρέπει, ίσως, να δούμε τα νεοτερικά έθνη ως ανεξάρτητα κι αυτόνομα ιστορικοπολιτισμικά κύτταρα μέσα σε μια κοινωνία εθνών τα οποία δεν εντάσσονται σε καμιά αξιολογική κλίμακα «ανώτερων» και «κατώτερων» εθνών.

Φαίνεται πως ήρθε η ώρα η σύγχρονη αριστερή πρωτοπορία να επαναδιατυπώσει την θεώρησή της γύρω από το φαινόμενο και την πολιτική πραγματικότητα του εθνικισμού. Υπερβαίνοντας αγκυλώσεις κι ιδεοληψίες του παρελθόντος θα πρέπει ίσως να δούμε το σύνολο της εικόνας και πώς μπορεί αυτή η έννοια, αυτή η ιδεολογία, του εθνικισμού να ενταχθεί μέσα στο σοσιαλιστικό «παράδειγμα» που στην εποχή μας, φρονώ ότι, είναι αναγκαίο να επαναδιατυπωθεί απαντώντας στους γρίφους και στις προκλήσεις των καιρών, στις ανάγκες, τις ανησυχίες και τα θέλω της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας.
Μόνον έτσι θα μπορούσε, ενδεχομένως, να εξελιχθεί και πάλι η σοσιαλιστική ιδεολογία σε μια ιδεολογία κυρίαρχη, μια ιδεολογία που θα κατέβαινε στην πιο πεζή και καθημερινή πραγματικότητα και θα ξαναγινόταν λαός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: