Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

«Η γλώσσα μας είναι ο κόσμος».

Κατά τον 20ο αιώνα, η φιλοσοφική σκέψη μεταπήδησε σταδιακά από τον φιλοσοφικό ιδεαλισμό του 19ου αιώνα, που πρέσβευε τον οντολογικό ολισμό, μια σχεδόν υπερβατική αντίληψη του κόσμου, στον λογικό ορθολογισμό, που υποστήριζε μια φιλοσοφική μέθοδο βασισμένη αποκλειστικά και μόνον στα συμπεράσματα της ανθρώπινης λογικής με βάση τα εμπειρικά δεδομένα.
Για τους αναλυτικούς φιλοσόφους ο φιλοσοφικός τομέας είναι κατά βάση αναλυτικός κι όχι συνθετικός: ο σκοπός της φιλοσοφίας είναι να διατυπώνει με σαφήνεια και διαύγεια τη δεδομένα και τα συμπεράσματα από εξέταση και τη μελέτη των φυσικών φαινομένων κι όχι να διαμορφώνει ένα γενικό θεωρητικό σύστημα, έτσι που κάθε φαινόμενο να βρίσκει μέσα σ’ αυτό τη θέση του, ως αναμενόταν. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Ωστόσο, κοινός τόπος για τις φιλοσοφικές προσεγγίσεις κι αναζητήσεις είναι εκείνος της γλώσσας, το μέσον και ο τρόπος, δηλαδή, που τα φιλοσοφικά υποκείμενα εκφράζουν, αλλά και διαμορφώνουν, την σκέψη και τους στοχασμούς τους.
Ο κομβικός χαρακτήρας της γλώσσας στη φιλοσοφία είναι γενικά παραδεκτός τόσο από τα ιδεαλιστικά, όσο και από τα ορθολογικά φιλοσοφικά ρεύματα.
Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι, κορυφαίος εκπρόσωπος των οποίων υπήρξε ο Λουδοβίκος Βιττγκεστάιν ( L. Wittgenstein, 1889-1951), επιχείρησαν να «αποκαθάρουν» την φιλοσοφική γλώσσα από τις ασάφειες και γενικολογίες που, για τους αναλυτικούς φιλοσόφους, οδηγούσαν σε ασάφειες και παρερμηνείες, έτσι που ο φιλοσοφικός λόγος να είναι απολύτως ακριβής, σαφής και διαυγής κατά την αναφορά στα φυσικά φαινόμενα και την διατύπωση των θεωρημάτων.
Παρακάτω, θα επιχειρήσουμε μια συνοπτική αναφορά ανάμεσα στις διαφορές της ιδεαλιστικής και αναλυτικής φιλοσοφικής μεθόδου, αυτής του λογικού θετικισμού.
Στη συνέχεια, θα παρουσιάσουμε, επίσης συνοπτικά, τις αρχικές θέσεις του Βιττγκεστάιν σε ό,τι αφορά την απεικονιστική θεωρία του «λογικού ατομισμού», που διατυπώθηκε στο έργο του Λογικό-φιλοσοφική Πραγματεία (1921), και θα επικεντρωθούμε στις ύστερες απόψεις του, όπως διατυπώθηκαν στις Φιλοσοφικές Έρευνες (1953), όπου ο ίδιος ο φιλόσοφος ασκεί κριτική στις προηγούμενες θέσεις του, ενάντια στην δυνατότητα μια «ιδιωτικής» γλώσσας.
Τέλος, θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε ποιες ήταν οι συνέπειες που ο στοχασμός του Βιττγκεστάιν επέφερε στη φιλοσοφική σκέψη, ιδιαίτερα σε σχέση με το καρτεσιανό μοντέλο.

Η αναλυτική φιλοσοφία και η κριτική της επί του ιδεαλισμού.

Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, η φιλοσοφική σκέψη επηρεαζόταν, κι ως ένα σημείο κανονιζόταν, από τον έντονο γερμανικό χεγκελιανό ιδεαλισμό: υπάρχει πνεύμα «καθ’ εαυτό» και πνεύμα για τον εαυτό του.
Το
φιλοσοφικό υποκείμενο, διαθέτοντας μια υπόσταση πνευματική που εν τούτοις είναι εγκλωβισμένη μέσα σε μια υλική πραγματικότητα, μπορεί, διαμέσου της διαλεκτικής σκέψης, να αντιληφθεί, αλλά και να εκφράσει με σαφήνεια, όλα εκείνα τα σύνθετα φαινόμενα που περιβάλλουν και χαρακτηρίζουν όχι μόνον τον υλικό κόσμο, αλλά και έννοιες υπερβατικές, μεταφυσικές, που δεν είναι δυνατόν να γίνουν εμπειρικά αντιληπτές. Μόνον έτσι, όταν δηλαδή μπορέσει το φιλοσοφικό υποκείμενο να αντιληφθεί το όλον μέσα στο οποίο είναι ενταγμένα τα φυσικά φαινόμενα, μπορεί το ανθρώπινο πνεύμα να ελευθερωθεί και, πλουσιότερο μέσα από τη φιλοσοφική εμπειρία, να επιστρέψει στην καθ’ εαυτή, ιδεατή, μορφή του, αφού με κάθε βεβαιότητα θα έχει επαληθεύσει τις απαντήσεις στα φιλοσοφικά προβλήματα, μέσα από μια νοησιαρχική, αλλά όχι απολύτως λογική, διαδικασία: «ό,τι είναι λογικό είναι πραγματικό και ό,τι είναι πραγματικό είναι και λογικό».
Οι παραπάνω αντιλήψεις, είναι φανερό, έχουν άμεση αναφορά στον καρτεσιανό δυϊσμό, με την διαφοροποίηση δηλαδή ανάμεσα στον εσώτερο, πνευματικό, εαυτό και τον εξωτερικό, υλικό κόσμο, όπου η βεβαιότητα του υλικού κόσμου πηγάζει μέσα από τη βεβαιότητα της φιλοσοφικής σκέψης καθ’ εαυτής, όπου κάτι «είναι» γιατί δεν μπορεί να «μην είναι». Ωστόσο, ο φιλοσοφικός αυτός ιδεαλισμός, εξακολουθεί να πρεσβεύει την πλατωνική θεώρηση πως στην οντολογική ουσία των πραγμάτων δεν είναι δυνατόν να εισχωρήσει η φιλοσοφική σκέψη, αφού αυτή βρίσκεται πέρα από τη δυνατότητα της ανθρώπινης λογικής και αφορά στις σφαίρες της ενόρασης και της φαντασίας: «η φιλοσοφία από τη σκοπιά αυτή είναι μια μορφή ποιητικής».
Θα διαπιστώσουμε, ίσως, στο τέλος αυτής της μελέτης αν και κατά πόσο, σε τελική ανάλυση, ο φιλοσοφικός στοχασμός, παρά την καθοριστική παρέμβαση των αναλυτικών φιλοσόφων, «επέστρεψε», κατά κάποιον τρόπο, στην «ποιητική», ιδεαλιστική, προοπτική του.
Ωσ
τόσο, κατά τους αναλυτικούς φιλοσόφους (όπως, πέραν του Βιττγκεστάιν, ο Τζ. Μουρ κι ο Μπ. Ράσσελ), η φιλοσοφική γλώσσα δεν μπορεί παρά να αποτυπώνει την ανάλυση μιας λογικής επεξεργασίας της πραγματικότητας, να αποτυπώνει δηλαδή με απόλυτη ακρίβεια και σαφήνεια τις έρευνες και τα πορίσματα που βασίζονται αποκλειστικά πάνω σε μια επιστημονική μεθοδολογία των εμπειρικών δεδομένων.
Η γλώσσα θα έπρεπε, επομένως, να αντανακλά και να υπηρετεί τη λογική δομή του φυσικού κόσμου, εμπεριέχοντας μιαν επίσης απολύτως λογική δομή στην έκφραση και στα νοήματα που διατυπώνει, ή διατυπώνονται μέσω αυτής, δηλαδή μια δομή μαθηματική. Παρ’ όλο που το αίτημα για μια φιλοσοφική γλώσσα με μαθηματική δομή παραπέμπει και στην καρτεσιανή σκέψη, υπάρχουν σαφέστατες διαφορές.
Οι σύνθετες λογικές προτάσεις, κατά τους αναλυτικούς φιλοσόφους, θα πρέπει να μπορούν να επιμερισθούν σε, ωσαύτως, απολύτως λογικές ατομικές προτάσεις, οι οποίες, με τη σειρά τους, θα πρέπει να μπορούν να επιμερισθούν σε απολύτως σαφή ονόματα (λέξεις), έτσι που να μην υπά
ρχει ο παραμικρός κίνδυνος παρερμηνείας ή ασάφειας. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά θα πρέπει, επιπροσθέτως, αυτή η φιλοσοφική – επιστημονική γλώσσα να αποτελεί ένα «ιδεώδες πρότυπο, στο οποίο να προσαρμοσθεί ο άτακτος λόγος της καθημερινής μορφής».
Ο Βιττγκεστάιν, κατά την πρώιμη περίοδο της σκέψης του, έρχεται, ακριβώς, να ενισχύσει και να θωρακίσει καθοριστικά αυτές τις φιλοσοφικές, γλωσσαναλυτικές, προσεγγίσεις.

«Η γλώσσα μας είναι ο κόσμος».

Ο παραπάνω αφορισμός, διατυπωμένος από τον ίδιο τον Βιττγκεστάιν, φαίνεται να καθορίζει τόσο την πρώιμη όσο και την ύστερη περίοδο σκέψης του φιλοσόφου.
Ωστόσο, αρχικά μέσω της Πραγματείας, ο φιλόσοφος διατυπώνει με απολυτότητα τι είναι εκείνο που «μπορεί να λεχθεί» και τι εκείνο που «δεν μπορεί να λεχθεί» στη φιλοσοφική σκέ
ψη, έτσι που ο λόγος να μην καταντά άνευ ουσίας, δηλαδή ανόητος.
Υπογραμμίζεται με έμφαση πως το βάρος αυτής της προσέγγισης δεν αφορά στους γραμματικούς, αλλά στους λογικούς κανόνες της γλώσσας.
Κατά την πρώιμη αυτή περίοδο, ο Βιττγκεστάιν τονίζει μια κάθετη αντιστοιχία μεταξύ του φυσικού κόσμου και της γλώσσας που μετέρχονται οι φιλόσοφοι για να τον περιγράψουν κι ως έναν βαθμό να τον κατανοήσουν. Έτσι, οι σύνθετες προτάσεις απεικονίζουν τα σύνθετα κοσμικά φαινόμενα, οι επιμέρους στοιχειώδεις προτάσεις, που συναποτελούν τις σύνθετες, απεικονίζουν τα ατομικά γεγονότα και τα ονόματα (λέξεις), που συναποτελούν τις στοιχειώδεις προτάσεις, απεικονίζουν τα φυσικά αντικείμενα. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Αυτή η απεικονιστική θεωρία της πρώιμης σκέψης του φιλοσόφου προσδιορίζει απολύτως τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα μπορεί να περιγράψει και να αποδώσει νοήματα, μια γλώσσα με αναφορά κανονιστική και καθολική:
«Η γλώσσα ως εργαλείο επικοινωνίας μπορεί να λειτουργήσει μονάχα με κυριολεκτικές ή κανο
νικές συμμαχίες».
Με τη λογική αυτή, ο φιλόσοφος διακρίνει τρεις περιοχές για τις οποίες η φιλοσοφική γλώσσα «δεν μπορεί να μιλήσει», αφού οι περιοχές αυτές βρίσκονται πέρα από τον χώρο της εμπειρικής πραγματικότητας κι ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποδοθούν κυριολεκτικά νοήματα: τη μεταφυσική, την ηθική και τη θεολογία.
Μια που οι διανοητικές αυτές περιοχές βρίσκονται πέρα από το χώρο της εμπειρικής πραγματικότητας, είναι αυτονόητο, κατά τον πρώιμο συλλογισμό του φιλοσόφου, πως η απεικονιστική φιλοσοφική γλώσσα, που θα πρέπει να μετέρχονται οι φιλόσοφοι, αλλά και όλοι οι λογικοί άνθρωποι, δεν μπορεί να τις προσεγγίσει και να τις περιγράψει, πόσο μάλλον να τις αναλύσει, αφού δεν είναι σε θέση να τις απεικονίσει.
Ως εκ τούτου, κάθε φιλοσοφική πρόταση, που αναφέρεται στις περιοχές αυτές, δεν έχει νόημα, είναι ανοησία.
Από τα παραπάνω προκύπτει εύκολα, νομίζουμε, το βασικό αίτημα της πρώιμης περιόδου του φιλοσ
όφου, πως θα πρέπει να υπάρχει απόλυτη ταυτότητα μεταξύ της δομής της γλώσσας και της πραγματικότητας που αυτή περιγράφει ή αποτυπώνει. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Μπορούμε, δηλαδή, να διατυπώσουμε με ασφάλεια την πρόταση:
« οι περισσότερες μαργαρίτες είναι κίτρινες», αφού έτσι αναφερόμαστε σε μια πραγματικότητα που μπορεί να επαληθευτεί από εμπειρικά δεδομένα και να γίνει ευρέως αντιληπτή από τις αισθήσεις μας, αλλά αν διατυπώσουμε την πρόταση:
« η εκμετάλλευση είναι αδικία», εκφράζουμε μια ηθικολογική κρίση, η οποία στερείται λογικού περιεχομένου, επομένως και νοήματος. Εν προκειμένω, η ηθική μιλά για «ό,τι θα έπρεπε να ισχύει», ενώ ο φιλοσοφικός λόγος θα πρέπει να μιλά, ακριβώς, για «ό,τι ισχύει».
Παρά ταύτα, και παρ’ όλη τη μεγάλη εντύπωση και καθοριστική επίδραση που προκάλεσαν οι πρώιμες φιλοσοφικές απόψεις του Βιττγκεστάιν στη φιλοσοφική κοινότητα της εποχής του – με βάση τις αντιλήψεις του σχηματίστηκε ο φιλοσοφικός «Κύκλος της Βιέννης», η κριτική στις θέσεις αυτές έρχεται πολύ νωρίς, ήδη από τον προλογισμό της πρώτης έκδοσης της Πραγ
ματείας, από τον δάσκαλο του Βιττγκεστάιν, φιλόσοφο Μπ. Ράσσελ:
Ο ισχυρισμός του Βιττγκεστάιν, για την ανάγκη απόλυτης ταυτότητας ανάμεσα στη δομή της γλώσσας και της πραγματικότητας, δεν έχει αναφορά σε δεδομένα και παρατηρήσεις της εμπειρικής πραγματικότητας, αλλά προκύπτει μέσα από ιδεαλιστικούς φιλοσοφικούς στοχασμούς. στην ουσία, η φιλοσοφική πρόταση του Βιττγκεστάιν δεν ακολουθεί τους απεικονιστικούς κανόνες, που η ίδια έχει θέσει ως απαραίτητη προϋπόθεση του φιλοσοφικού λόγου, επομένως στερείται νοήματος: πρόκειται περί άποψης μεταφυσικής, δηλαδή, σύμφωνα με τον ίδιον τον Βιττγκεστάιν, περί ανοησίας! (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Ο Βιττγκεστάιν αποδέχεται την κριτική του Ράσσελ, αν και ξεκαθαρίζει πως στην Πραγματεία καταδεικνύει, απλώς, εκείνα τα οποία «δεν μπορούν να λεχθούν», καθώς και μια μέθοδο σκέψης κι έκφρασης, ένα φιλοσοφικό εργαλείο.
Θα περάσουν σχεδόν τριάντα χρόνια φιλοσοφικών αναζητήσεων, μέχρι που ο ίδιος ο Βιττ
γκεστάιν να διατυπώσει την πιο ριζική και ουσιαστική κριτική πάνω στην ίδια του την πρώιμη φιλοσοφική σκέψη.

Η γλώσσα ως κοινωνικό και επικοινωνιακό εργαλείο.

Στην ύστερη φιλοσοφική διαδρομή του, ο Βιττγκεστάιν αναιρεί την απόλυτη σημασία που προσέδιδε στην κυριολεξία μέσα από την Πραγματεία του.
Μέσα από το έργο του Φιλοσοφικές Έρευνες προκύπτει μια νέα αντίληψη περί γλώσσας, αυτή που αποδίδει εξέχουσα σημασία στην ίδια τη χρήση της γλώσσας, ως εργαλείου για να αποδοθούν νοήματα. Ο φιλόσοφος αναγνωρίζει πως διαφορετικές διανοητικές κοινότητες μετέρχονται διαφορετικού τύπου γλώσσες. Σαν ένας ζωντανός οργανισμός, προϊόν μιας συνεχ
ούς πολιτισμικής εξέλιξης, η γλώσσα είναι δυνατόν να εκφράζει έννοιες και νοήματα πέρα από την απεικονιστική κανονικότητα της επιστημονικής γλώσσας, χωρίς οι μη επιστημονικές - θετικιστικές προτάσεις να στερούνται, απαραιτήτως, νοήματος.
Στη φάση αυτή, ο Βιττγκεστάιν αναγνωρίζει πως η γλώσσα δεν είναι δυνατόν να εκλαμβάνεται υπό μια οικουμενική, μονιστική, λειτουργία, ούτε να εξυπηρετεί απολύτως κι απαρέγκλιτα τους σκοπούς και τις μεθόδους μιας συγκεκριμένης διανοητικής κοινότητας, εν προκειμένω της επιστημονικής.
Άλλες διανοητικές κοινότητες μπορούν να διαμορφώνουν και να λειτουργούν τους δικούς τους επικοινωνιακούς κώδικες, τα δικά τους «γλωσσικά παιχνίδια», έτσι που να μπορούν να διατυπώνουν με σαφήνεια τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα των δικών τους διανοητικών διαδρομών, χωρίς απαραιτήτως να υποτάσσονται στους κανόνες που θέτει η επιστημονική μεθοδολογία και χωρίς, ωσαύτως, οι προτάσεις που διατυπώνουν να στερ
ούνται νοήματος, να είναι δηλαδή ανόητες.
Νοούνται έτσι, πέραν της επιστημονικής, γλώσσες όπως η ηθική, η ποιητική, η θεολογική, η ενορατική κοκ. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Η γλώσσα γίνεται μ’ αυτόν τον τρόπο ένας οργανισμός ανοικτός σε κάθε είδους διανοητικές επιδράσεις, ενώ ο λογικός ατομισμός νοείται πλέον στο επίπεδο των κανόνων της χρήσης, που η κάθε κοινότητα επιλέγει για την γλώσσα που μετέρχεται για να εκφράσει τα νοήματα και τις έννοιες που αντιστοιχούν στο δικό της θεωρητικό μοντέλο κοσμοαντίληψης: «η γλώσσα τώρα νοείται ως ένα σμήνος «ανοικτών εννοιών» (open concepts)».
Με την παραπάνω λογική, ο Βιττγκεστάιν απορρίπτει τη δυνατότητα κάποιου είδους «ιδιωτικής» γλώσσας του ομιλούντος υποκειμένου: η γλώσσα μπορεί πλέον να μην αντανακλά σε κάποιο οικουμενικό κανονιστικό σχήμα, αλλά παραμένει ένας δημόσιος τρόπος επικοινωνίας κι έκφρασης. Το φιλοσοφικό υποκείμενο, εν προκειμένω, δεν εκφράζει κάποιου είδ
ους «εσωτερικό» λόγο, που αφορά στην αποτύπωση μιας απόλυτα ατομικής πραγματικότητας, αλλά το συμπύκνωμα μιας συνθετικής διανοητικής διεργασίας, μέσα στην οποία συναπαντούνται οι θεωρητικές συνισταμένες διαφόρων διανοητικών κοινοτήτων και των νοημάτων που εκφράζουν μέσα από τη χρήση των γλωσσικών τους «παιχνιδιών».
Ως εκ τούτου, η γλώσσα εννοείται δημόσια κι όχι ως αποκλειστικό προϊόν και χρήμα της ατομικής συνείδησης ενός εκάστου. υπάρχει και λειτουργεί ανεξάρτητα, αλλά και σε σχέση, από την ατομική συνείδηση και θέληση του φιλοσοφικού υποκειμένου.
Είναι, νομίζουμε, φανερό πως ο ίδιος ο Βιττγκεστάιν αναιρεί ριζικά την προηγούμενη θέση του γύρω από την απεικονιστική λειτουργία της γλώσσας. Τώρα, φαίνεται να υιοθετεί την άποψη πως η κάθε διανοητική κοινότητα προσδίδει στη γλώσσα που μετέρχεται μια «μορφή ζωής» (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998), η οποία ξεπερνά το ατομικό επίπεδο συνείδησης κι εκφράζει, λίγο πολύ, την καθολική συνείδηση, μέσω της οποίας η εκάστοτε κοινότητα «βλέπει» κι αντιλαμβάνεται τα πράγματα. Πέραν αυτού, τα γλωσσικά αυτά «παιχνίδια» βρίσκονται σε μια σχέση διαρκούς αλληλεπίδρασης κι ετεροκαθορισμού, που αποτυπώνονται σαφώς στην καθ
ημερινή γλώσσα που ο καθένας χρησιμοποιεί, αναλόγως των ενδιαφερόντων, της καλλιέργειας, της μόρφωσης, της ηθικής, της διάθεσής του κοκ. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Το νόημα μιας λέξης, ή μιας πρότασης, αποκτά εξίσου μεγάλη σημασία με την γνώση της ορθής χρήσης της λέξης, ή της πρότασης, προκειμένου να αποδοθεί ο συλλογισμός που το υποκείμενο θέλει να εκφράσει. Αυτό σημαίνει πως το ομιλούν υποκείμενο μπορεί να εκφράσει απολύτως ατομικές, ας πούμε ψυχολογικές, καταστάσεις κι εμπειρίες με τη χρήση όχι μιας ιδιωτικής, αλλά μιας δημόσιας γλώσσας, έτσι που να γίνεται αμέσως αντιληπτή από άλλα άτομα που δεν μοιράζονται την ίδια ψυχική κατάσταση, αλλά μπορούν να εννοήσουν απολύτως αυτήν του ομιλούντος υποκειμένου, έστω κι αν η γλώσσα που μετέρχεται δεν απεικονίζει κάποια αισθητή πραγματικότητα, αλλά απολύτως προσωπικά συναισθήματα.
Η γλώσσα, λοιπόν, κατά την ύστερη φιλοσοφική διαδρομή του Βιττγκεστάιν, δεν εξυπηρετεί κάπ
οια, απόλυτη και κανονιστική, απεικονιστική λειτουργία, αλλά, μάλλον, εκφράζει, ή θα έπρεπε να εκφράζει, με διαύγεια και σαφήνεια εκείνα τα νοήματα που το ομιλούν υποκείμενο θέλει να εκφράσει, ακόμη κι αν αυτά δεν αφορούν σε μια αισθητή πραγματικότητα, ακόμα, δηλαδή, κι αν δεν μπορούν να λεχθούν μέσα από την επιστημονική, θετικιστική, γλώσσα, αλλά μέσα από τη γλώσσα που μετέρχεται κάποια άλλη διανοητική κοινότητα, χωρίς απαραιτήτως να υπάρχουν στη γλώσσα αυτή ανοησίες.
Αντιθέτως, δουλειά των φιλοσόφων, κατά τον Βιττγκεστάιν, είναι να αποκαθάρουν τη γλώσσα, κάθε γλώσσα, από ασάφειες κι αντινομίες, που οδηγούν σε παρερμηνείες και σφά
λματα, μια διαδικασία, δηλαδή, «θεραπείας» της γλώσσας από μια, ενδεχομένως, κακή χρήση, έτσι που να καταστεί δυνατή, όχι η διατύπωση μιας γενικής, κανονιστικής, θεωρίας, αλλά η κατάδειξη των σφαλμάτων και των παραπλανήσεων, που η παραχάραξη των νοημάτων, μέσω της κακής χρήσης της γλώσσας, γεννά.
Τίθεται, λοιπόν, η γλώσσα, στην υπηρεσία της μεθοδολογίας της διαψευσιμότητας κι όχι της επαληθευσιμότητας, πράγμα που επηρέασε καθοριστικά τα, μετά τον Βιττγκεστάιν, φιλοσοφικά ρεύματα, όπως, μεταξύ άλλων, φάνηκε μέσα από τον φιλοσοφικό στοχασμό των Πόππερ, Φεγιεράμπαντ κοκ .

Σύνοψη.

Κατά κάποιον τρόπο, ο Βιττγκεστάιν με την ύστερη φιλοσοφική του σκέψη «επέστρεψε» στην αριστοτελική διαπίστωση για την πολλαπλότητα του νοήματος κάθε λέξης, αναλόγως της χρήσης που γίνεται. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Με τους αναλυτικούς φιλοσόφους, και ιδιαίτερα με τον Βιττγκεστάιν, η φιλοσοφία διακρίνεται πλέον σε «πρωτογενή», εκείνη δηλαδή που ασχολείται με πρωταρχικές αξίες, ιδέες, γνώσεις, ανάλυση και κατανόηση των φυσικών φαινομένων, και σε «δευτερογενή», εκείνη δηλαδή που ασχολείται με την ηθική, την αισθητική, τη θρησκεία κοκ.
Ωστόσο, το βάρος δίνεται στην ορθή διατύπωση των νοημάτων, στην σωστή χρήση της γλώσσας, κι όχι στην αναζήτηση και διατύπωση, αυτών καθ’ αυτών, των βασικών και θεμελιωδών αρχών, αξιών και εννοιών της «πρωτογενούς» φιλοσοφίας.
Με τον τρόπο αυτόν, το φιλοσοφικό υποκείμενο φαίνεται να απομακρύνεται από τον ουσία του φιλοσοφικού στοχασμού και να περιορίζεται σε μια συνεχή κι ατέρμονη ανάλυση του νοήματος της γλώσσας, καταλήγουν, δηλαδή, κάποιες φορές οι φιλόσοφοι σε γλωσσικούς αναλυτές, εξαντλώντας το φιλοσοφικό τους έργο σε ανούσιες, γλωσσαμυντορικές, φλυαρίες (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Ωστόσο, μέσα από την αναλυτική φιλοσοφία προέκυψε μια αναβάθμιση του φιλοσοφικού υποκειμένου, από ένα ατομικό, ενδοσκοπικό, ρόλο, σ’ εκείνον ενός δρώντος υποκειμένου, το οποίο επηρεάζει, αλλά κι επηρεάζεται, άμεσα από την γενικότερη κοινωνική και πολιτισμική κατάσταση μέσα στην οποία βιώνει και λειτουργεί. Μέσα από το πρίσμα αυτό, ο καρτεσιανός δυϊσμός, που διαχώριζε απολύτως το σκεπτόμενο από το υλικό ον, φάνηκε να ξεθωριάζει στη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη κι ο φιλόσοφος να εκλαμβάνεται πλέον ως μέρος μιας ζώσας και διαρκώς μεταβαλλόμενης κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας με την οποία αναπτύσσει σχέσεις αλληλεπίδρασης – κάτι το οποίο έχουμε ξανασυναντήσει, αν και ομολογουμένως υπό διαφορετικό πρίσμα, στην καντιανή φιλοσοφική θεώρηση.
Παρά ταύτα, η αναλυτική φιλοσοφία, και ιδιαίτερα οι ύστερες φιλοσοφικές απόψεις του Βιττγκεστάιν, φαίνεται να οδήγησαν τη φιλοσοφία σε μια «επιστροφή στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα», κάτι που γίνεται αντιληπτό τόσο στην κουνιανή θεωρία των παραδειγμάτων, όσο, ιδιαιτέρως, στον φιλοσοφικό αναρχισμό του Φεγιεράμπαντ, ο οποίος με τον διάσημο αφορισμό του πως στη φιλοσοφία «όλα επιτρέπονται» (anything goes), φαίνεται να επιστρέφει τον φιλοσοφικό στοχασμό προς μια πιο ιδεαλιστική, «ποιητική», κατεύθυνση, όπως νωρίτερα επισημάναμε.

ΒΙΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πελεγρίνης Θ., ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, β’ ανατ., εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998.

Windelband W. – Heimsoeth H., Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας, μτφ. Ν. Σκουτερόπουλος, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003

Δεν υπάρχουν σχόλια: