Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Ο επαναστατικός ρόλος της αστικής τάξης. Μια ιστορική προσέγγιση.

"(…) Βλέπουμε, λοιπόν, πως η ίδια η σύγχρονη αστική τάξη είναι προϊόν μιας πολύχρονης εξέλιξης, μιας σειράς από ανατροπές στον τρόπο παραγωγής και επικοινωνίας.
Καθεμιά απ' αυτές τις βαθμίδες εξέλιξης της αστικής τάξης συνοδευόταν από μια αντίστοιχη πολιτική πρόοδο. H αστική τάξη, τάξη καταπιεζόμενη κάτω από την κυριαρχία των φεουδαρχών αρχόντων, ένοπλη αυτοδιοικούμενη εταιρία μέσα στην κοινότητα, εδώ ανεξάρτητη δημοκρατία της πόλης εκεί τρίτη τάξη που είναι φόρου υποτελής στη μοναρχία, ύστερα, στην περίοδο της μανιφακτούρας, αντίβαρο ενάντια στους ευγενείς στην περι
ορισμένη απ' τους φεουδάρχες μοναρχία ή στην απόλυτη μοναρχία και κύριο στήριγμα των μεγάλων μοναρχιών γενικά, αυτή η αστική τάξη, από τότε που δημιουργήθηκε η μεγάλη βιομηχανία και η παγκόσμια αγορά, κατέκτησε τελικά την αποκλειστική πολιτική εξουσία στο σύγχρονο αντιπροσωπευτικό κράτος. Η σύγχρονη κρατική εξουσία είναι μονάχα μια επιτροπή που διαχειρίζεται τις κοινές υποθέσεις της αστικής τάξης στο σύνολο της. Η αστική τάξη έπαιξε στην ιστορία ένα ρόλο εξαιρετικά επαναστατικό (…)"
 
Καρλ Μαρξ - Φρήντριχ Ενγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Κατά τέλος του 15ου αιώνα, η Αγγλία ήταν μια χώρα που δεν παρουσίαζε καμιά ουσιαστική διαφορά, στον βαθμό ανάπτυξής της, σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Για την ακρίβεια, πολλοί μελετητές υποστηρίζουν πως, κατά την συγκεκριμένη εποχή, και μέσα στο φεουδαρχικό οικονομικοπολιτικό σύστημα, η Αγγλία μάλλον υστερούσε σε όλους τους τομείς: οικονομικούς, πολιτισμικούς, δημογραφικούς και γεωγραφικούς, σε σχέση με κάποιες άλλες χώρες, κυρίως του ευρωπαϊκού Βορρά, αλλά και Νότου ( Γαλλία, Νότια Γερμανία, ιταλικός Βορράς, Κάτω Χώρες), οι οποίες αποτελούσαν «πρότυπο» ανάπτυξης του φεουδαρχικού μοντέλου (CIPOLLA, 1988).
Ωστόσο, κατά την μεταβατική περίοδο, ανάμεσα στον 16ο και 19ο αιώνα, η Αγγλία μεταβλήθηκε σε μια πρωτοπόρο χώρα της πρωτοβιομηχανικής, αλλά και βιομηχανικής, εποχής, γεγονός που την κατέστησε, μέσα σ’ ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, σε μια από τις πλέον αναπτυγμένες ευρωπαϊκ
ές χώρες.
Παρακάτω, θα επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε και να ερμηνεύσουμε ποιες ήταν εκείνες οι ιδιαίτερες ανθρώπινες, αλλά και φυσικές, συνθήκες, που οδήγησαν την Αγγλία «από το περιθώριο του ευρωπαϊκού πολιτισμού», στην πρωτοπορία της βιομηχανικής εποχής, σε σχέση με τι
ς υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Συγκεκριμένα, θα εξετάσουμε τους ιδιαίτερους τρόπους και οργανώσεις παραγωγής που αναπτύχθηκαν, τόσο στον τομέα της γεωργίας, όσο και σ’ εκείνους της μανιφακτούρας και της φάμπρικας, τις αλλαγές στον τομέα του εσωτερικού, αλλά και διεθνούς, εμπορίου, τις κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις που έφεραν, σταδιακά, τους αστούς και τους εμπόρους στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας και άλλαξαν την δομή της φεουδαρχικής ευρωπαϊκής κοινωνίας, την εξαιρετική σημασία της Μεταρρύθμισης για τα ευρωπαϊκά κοινωνικοπολιτικά, αλλά και οικονομικά, πράγματα, καθώς και τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραμάτισαν οι πόλεις, ο αστικός πληθυσμός και οι, κατά την εποχή κοινωνικές τάξεις, έτσι που, ενδεχομένως, να γίνουν περισσότερο εμφανείς οι αιτίες που έφεραν τη Μεγάλη Βρετανία ως πρωταγωνίστρια στο προσκήνιο της νεότερης εποχής.

Από τη φεουδαρχία στον γαιοκτητικό καπιταλισμό.

Στα τέλη του Μεσαίωνα, αλλά και μέχρι τις απαρχές της Βιομηχανικής Εποχής, η ευρωπαϊκή οικονομία ήταν μια, κατά βάση, αγροτική οικονομία. Ωστόσο, ο τρόπος της αγροτικής παραγωγής παρέμενε, εν πολλοίς, πρωτόγονος, ενώ εξαρτιόταν, σε μέγιστο βαθμό, από τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες (POUNDS, 2001). Αν και οι αγρότες δεν τελούσαν άμεσα υπό το καθεστώς της δουλοπαροικίας, η δομή της αγροτικής οικονομίας της μεταβατικής περιόδου ανάμεσα στον 16ο και 19ο αιώνα παρέμενε, για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, φεουδαρχική.
Με τον σταδιακό εκχρηματισμό της οικονομίας, που ξεκίνησε ήδη από την εποχή του ύστερου Μεσα
ίωνα, το μέσο αγρόκτημα έπαυσε να αποτελεί πηγή άμεσης οικονομικής εκμετάλλευσης για τον μεγαλοϊδιοκτήτη φεουδάρχη, ή για την επιχώρια εκκλησιαστική επισκοπή, και μετατράπηκε σε μέσο μιας χρηματικής προσόδου, κυρίως μέσω της ενοικίασης σε μικροκαλλιεργητές.
Ωστόσο, τόσο οι αγρότες – ενοικιαστές, όσο και οι ελεύθεροι αγρότες - μικροϊδιοκτήτες, δεν απηλλάγησαν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, και ειδικά σ’ εκείνες της Ανατολικής Ευρώπης και της Ρωσίας, από το καθεστώς της μεσαιωνικής αγγαρείας. Όφειλαν να απο
δίδουν προς τον τοπικό γαιοκτήμονα, πέραν του ενοικίου σε είδος ή σε χρήμα, φόρους στον τοπικό ηγεμόνα, την εκκλησιαστική δεκάτη καθώς και προσωπική εργασία στα κτήματα του τοπικού γαιοκτήμονα. (HOBSBAWM, 2002), γεγονός που τους καθιστούσε ένα είδος αγροτικού προλεταριάτου, του οποίου η παραγωγή ίσα ίσα που επαρκούσε, κι αυτό όχι πάντα, για την κάλυψη των βασικών βιοποριστικών αναγκών τους.
Ενώ , όμως, το καθεστώς της «δεύτερης περιόδου της δουλοπαροικίας» φαίνεται να εγκαθιδρύεται κατά τον 16ο αιώνα σε όλη την γεωγραφική περιοχή που καλύπτει τον χώρο της ανατολικής, και μέρους της κεντρικής, Ευρώπης, των Βαλκανίων και, ασφαλώς, της Ρωσίας και της Ισπανίας, γεγονός που καθιστά τον αγροτικό πληθυσμό νωθρό κι απρόθυμο να παράγει πέραν των απολύτως απαραιτήτων για την επιβίωσή του και τον ρόλο του γαιοκτητικού καπιταλισμού ανύπαρκτο στις περιοχές αυτές ( BRAUDEL, 1988), η φεουδαρχικού τύπου χρήση της γης, κι επομένως οι κλασικές φεουδαρχικές οικονομικοπολιτικές δομές, καταργείται στην Αγγλία και στις Κάτω Χώρες, ενώ συνεχίζει να υφίσταται, αν και σε περιορισμένο βαθμό, στη Γαλλία.
Ο Marx υποστήριξε πως η δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας προέκυψε από εκείνη της φεουδαρχικής, όταν η τελευταία απελευθέρωσε τα παραγωγικά στοιχεία της πρώτης (MARX, 1978).
Έτσ
ι, όταν οι Άγγλοι αγρότες απελευθερώνονται από τα δεσμά του φεουδαρχισμού, αν και σε αντίθεση με την Γαλλία δεν κατόρθωσαν ποτέ να αποσπάσουν από την αγγλική αριστοκρατία τίτλους ιδιοκτησίας της γης που καλλιεργούσαν, αρχίζουν να λειτουργούν σαν ένα ανεξάρτητο εργατικό δυναμικό, που εμπορεύεται, κατ’ ουσίαν, την προσωπική του εργασία. έχουμε δηλαδή την απαρχή της γαιοκτητικού καπιταλισμού: «Ο ιδιοκτήτης παραχωρεί τη γη του έναντι μισθώματος. Ο καλλιεργητής κάνει τον επιχειρηματία και στο τελευταίο σκαλί είναι ο μισθωτός εργάτης». (BRAUDEL, 1988: 326)
Αυτή, ακριβώς, η αγροτική επανάσταση του 16ου και 17ου αιώνα, είναι εκείνη που θα οδηγή
σει με τη σειρά της στην πρωτοβιομηχανική περίοδο κι επακολούθως στην βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα.
Το τεράστιο αγροτικό προλεταριάτο που δημιουργείται, κυρίως και πρωτίστως στην Αγγλία, ανάμεσα στον 17ο και 18ο αιώνα θα αποτελέσει και την βάση της εργατικής δύναμης των βιοτεχνιών και των βιομηχανιών κατά την μεταστροφή της οικονομίας στην καπιταλιστική βάση και βιο
μηχανική δομή.
Έτσι, σε αν
τίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, η αγγλική γεωργία ήταν σε θέση να επιτελέσει μερικές από τις βασικές λειτουργίες της γεωργίας σε μια εποχή εκβιομηχάνισης: αυξημένη παραγωγή, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφαλής συντήρηση των μη αγροτικών πληθυσμών. δημιουργία ενός μεγάλου εργατικού δυναμικού, το οποίο θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να χρησιμοποιηθεί στις βιοτεχνικές και βιομηχανικές μονάδες. δημιουργία ενός συστήματος συσσώρευσης καπιταλιστικού κεφαλαίου. (HOBSBAWM, 2002)
Σε αντίθεσ
η, όμως, με τις απέραντες γεωργικές εκτάσεις της κεντρικής κι ανατολικής Ευρώπης, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις στην Αγγλία, αλλά και οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι, ήσαν περιορισμένες. Σε συνδυασμό με τα πρωτόγονα μέσα και τρόπους καλλιέργειας της εποχής που καθιστούσαν περιορισμένο το ύψος της παραγωγής, όπως φερ’ ειπείν εκείνο της αγρανάπαυσης, είναι, κυρίως, οι Άγγλοι αγροτοεργάτες, αλλά και καλλιεργητές, εκείνοι που στράφηκαν στην αναζήτηση καινοτομιών και νέων τεχνολογιών, οι οποίες θα αύξαναν την παραγωγή και συνεπώς το κέρδος τους.
Την ίδια εποχή, η ραγδαία άνοδος των Ευρωπαίων εμπόρων είναι εκείνη που θα δώσει την αποφασιστική ώθηση στην καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο απελευθερώνοντας, στον μέγιστο βαθμό, τις παραγωγικές δυνάμεις που κρατούσαν δέσμιες οι φεουδαρχικές οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές δομές.

Από τη
ν αγροτική οικοτεχνία στις βιομηχανοποιημένες μονάδες. Ο ρόλος του εμπορίου και των εμπορικών συντεχνιών.

Η αγροτική οικοτεχνία - βιοτεχνία ήταν ευρύτατα διαδεδομένη και κατά την ύστερη φεουδαρχική περίοδο. Αναρίθμητα μικρά οικογενειακά εργαστήρια, κυρίως στην ύπαιθρο, παρήγαγαν διάφορα αγαθά. Ωστόσο, αυτός ο τρόπος παραγωγής δεν αποσκοπούσε σχεδόν ποτέ στο εμπόριο και στο χρηματικό κέρδος. Τα είδη που παρήγαγαν οι οικογενειακές αυτές μονάδες δεν ήσαν καπιταλιστικά, αλλά κάλυπταν, ως επί το πλείστον, τις πάγιες ανάγκες της οικογένειας που τα παρήγαγε, αλλά και του χωριού. Στις πόλεις, παρ’ όλα αυτά, τα βιοτεχνικά εργαστήρια, που μπορούσαν να παράγουν μεγαλύτερες ποσότητες εμπορεύσιμων αγαθών, ήταν δεσμευμένα από «μικροπρεπείς και επαχθείς» συντεχνιακούς περιορισμούς, που εξυπηρετούσαν μεν τις σκοπιμότητες και τα συμφέροντα της τάξης των μαστόρων και των τεχνιτών, αλλά αποτελούσαν τροχοπέδη σε μια διαρκώς εξελισσόμενη χρηματική οικονομία της εμπορευματοποιημένης αγοράς (POUNDS, 2001).
Για τη
ν δυναμική και δραστήρια τάξη των αστών – εμπόρων αυτή ήταν μια κατάσταση απαράδεκτη.
Ειδικά στην Αγγλία, όπoυ ήδη από την εποχή της Μάγκνα Κάρτα το 1215 έχει δρομολογηθεί μια πολιτική κουλτούρα που προβάλλει τον περιορισμό των αυθαιρεσιών που παρεμποδίζουν, μεταξύ άλλων, τις αστικές κι εμπορικές ελευθερίες και δραστηριότητες, ο Άγγλος αστός – έμπορος, μέσα σ’ ένα αναγεννησιακό πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον, είναι εκείνος που φαίνεται να προσιδιάζει περισσότερο από άλλους στο πρότυπο του κεφαλαιοκράτη: ορθολογικός τρόπος σκέψη, υπολογισμός, επενδύσεις για την μεγιστοποίηση του κέρδους (BRAUDEL, 1988: 312).
Έτσι, η εμπορική συντεχνία, κυρίως στην Αγγλία, αποδίδεται σ’ έναν συνεχή αγώνα για να καθυποτάξει τις, μάλλον αντιδραστικές, συντεχνίες των τεχνιτών. Απευθύνεται στο σύστημα της οικιακής βιοτεχνίας, που, όπως είπαμε, ανθούσε κυρίως στην ύπαιθρο και αποσκοπούσε στη
ν παραγωγή διάφορων αγαθών (σεντόνια, πουκάμισα, έπιπλα, χάμουρα, καλάθια κλπ) για ίδια χρήση (BRAUDEL, 1988) , αναθέτοντας στους μικροπαραγωγούς αυτούς εργασία με το κομμάτι και λειτουργώντας ως μεταπράτης της οικιακής αυτής παραγωγής της υπαίθρου στον αστικό πληθυσμό. Σταδιακά, αποσυνδέεται, έτσι, η παραγωγή της αγροτικής βιοτεχνίας από την ωφελιμιστική πρακτική της και την άμεση σχέση της με τις ανάγκες της οικογένειας και του χωριού και κατευθύνεται προς τον εμπορικό τομέα και τις αστικές αγορές.
Κατά τον HOBSBAWM (2002:36), «και μόνο η ανάπτυξη ενός τέτοιου εμπορίου δημιουργούσε αναπόφευκτα υποτυπώδεις συνθήκες για έναν πρώιμο βιομηχανικό καπιταλισμό».
Έτσι, σταδιακά, περνάμε από την φάση των αναρίθμητων, διάσπαρτων οικογενειακών εργαστ
ηρίων, σ’ εκείνη των εργαστηρίων - βιοτεχνιών που, αν και παραμένουν διάσπαρτα στην ύπαιθρο, συνδέονται μεταξύ τους από την δραστηριότητα των αστών εμπόρων, οι οποίοι αρχίζουν, επιπροσθέτως, να προμηθεύουν σ’ αυτά τόσο τα απαραίτητα, αλλά κι εξελιγμένα, εργαλεία, όσο και τις πρώτες ύλες, έτσι που να μεγιστοποιείται η παραγωγή τους και, ως εκ τούτου, το προσδοκώμενο κέρδος.
Από κει και πέρα, ο δρόμος προς την συγκεντρωμένη βιομηχανία και τα εξαπλωμένα μηχανικά εργοστάσια της βιομηχανικής εποχής είναι ορθάνοιχτος.
Αλλά γιατί η διαδικασία αυτή, της πρώιμης εκβιομηχάνισης, υπήρξε τόσο αποτελεσματική στην Αγγλία, που, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, δεν ήταν κατά την εποχή ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο κράτος, κι όχι σε άλλες, πιο προηγμένες χώρες, όπως η Γαλλία, ή η Ισπανία;

Η σημασία της πολιτικής και πολιτισμικής κουλτούρας.

Η αγγλική πολιτική κουλτούρα, εκφρασμένη και από την πολιτική του βρετανικού Στέμματος, αποθάρρυνε τις αυθαίρετες και περιοριστικές παρεμβάσεις των συντεχνιών των τεχνιτών (CIPOLLA, 1988) και ενθάρρυνε την εμπορική πρωτοβουλία, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο ενός μερκαντιλιστικού οικονομικού περιβάλλοντος, ενώ παράλληλα, από πολύ νωρίς, υπήρξε στην Αγγλία ένα «ελεγχόμενο άνοιγμα των παραδοσιακών ελίτ σε νέες εξουσιαστικές κοινωνικές ομάδες, διατηρώντας, παράλληλα, τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, που αντιπροσώπευαν τις παλαιές τάξεις, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν κι αυτοί συμβάλει στο συνταγματικό έλεγχο της κρατικής εξουσίας» (MULLER, 2000).
Αντίθετα, η πρακτική άλλων χωρών, όπως ας πούμε της Γαλλίας, όπου τα κρατικά, βασιλικά, εργαστήρια, αλλά κι ο ανελαστικός, βασιλικός, γραφειοκρατικός μηχανισμός, αποτελούσαν τροχοπέδη στην περαιτέρω βιομηχανική κι εμπορική ανάπτυξη, ή της Ισπανίας, όπου οι φεουδ
αρχικές δομές παράμεναν εξαιρετικά ισχυρές και δεν επέτρεπαν την είσοδο στις ανώτερες κοινωνικές, κι επομένως εξουσιαστικές, τάξεις στους αστούς εμπόρους, δεν επέτρεψαν, αρχικά, στην ανερχόμενη αστική – εμπορική τάξη να εκφράσει απρόσκοπτα τον δυναμισμό της στους τομείς της παραγωγής και της οικονομίας.
Με τ
ον τρόπο αυτόν, ενώ στην Αγγλία οι φεουδαρχικές δομές κατέρρεαν, απελευθερώνοντας τις παραγωγικές και οικονομικές εκείνες δυνάμεις που θα οδηγούσαν στο βιομηχανικό μοντέλο, στις περισσότερες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, με εξαίρεση ίσως τις Κάτω Χώρες, είτε η κεντρική εξουσία που αντιπροσώπευε το Παλαιό Καθεστώς της γαιοκτητικής αριστοκρατίας αντιδρούσε αποφασιστικά στην άνοδο της αστικής, εμπορικής τάξης, είτε υπήρχε ένα πισωγύρισμα στις πιο αντιδραστικές μορφές του φεουδαρχικού μοντέλου, όπως συνέβη στην Ρωσία και στην Πολωνία, όπου επανέκαμψε δριμύ το καθεστώς της δουλοπαροικίας. Λέει επ’ αυτού, χαρακτηριστικά, ο HOBSBAWM (2002:50):
Αλλά οι κατάλληλες συνθήκες υπήρχαν εμφανώς στη Βρετανία, όπου είχε περάσει περισσότερο από ένας αιώνας από τότε που για πρώτη φορά ένας βασιλιάς είχε επίσημα δικαστεί και εκτελεστεί από το λαό του, και από τότε που το ιδιωτικό κέρδος και η οικονομική ανάπτυξη είχαν θεωρηθεί ως ύψιστοι στόχοι της κυβερνητική πολιτικής.
Πέ
ραν αυτών, στον δρόμο της εκβιομηχάνισης φαίνεται πως η Μεγάλη Βρετανία κατείχε δυο πολύ καίρια πλεονεκτήματα, σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες της εποχής: ήταν διατεθειμένη να ερευνήσει και να υιοθετήσει επαναστατικές καινοτομίες και αλλαγές στο τρόπο της παραγωγής και της οικονομίας και διέθετε, σαν μια παγκόσμια ναυτική δύναμη, μια, εν δυνάμει, αστείρευτη αγορά καταναλωτικών αγαθών (POUNDS, 2001), καθώς και μια ξεχωριστή ικανότητα, ένα εμπορικό δαιμόνιο, να εκμεταλλεύεται, σχεδόν πάντα προς όφελός της, κάθε κρίση, ή ευκαιρία, που, κατά καιρούς, προέκυπτε στον τομέα του διεθνούς εμπορίου. Φερ’ ειπείν, ο τομέας της παραγωγής μαλλιού και της υφαντουργίας αποτελούσε ανέκαθεν την αιχμή της βρετανικής παραγωγής και του εξαγωγικού της εμπορίου. Αν και η ποιότητα του βρετανικού μαλλιού ήταν άριστη, εκείνη των προϊόντων της βρετανικής υφαντουργίας υπολειπόταν πολύ σε σχέση με εκείνη άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως της Ιταλίας. Ωστόσο, οι Βρετανοί κατόρθωσαν να καταλάβουν ένα μερίδιο της διεθνούς αγοράς των υφασμάτων, ενώ, μετά την κατάρρευση της ιταλικής υφαντουργίας τον 16ο αιώνα και την πτώση της παραγωγής στην περιοχή της Φλάνδρας, τα προϊόντα της βρετανικής υφαντουργίας κατακυριάρχησαν στην ευρωπαϊκή αγορά, κυρίως λόγω του χαμηλού κόστους κι όχι της ποιότητας. Το βρετανικό κράτος έστρεψε, τότε, τους εθνικούς πόρους προς τον τομέα της υφαντουργίας, ενώ πάρα πολλές καλλιεργήσιμες εκτάσεις μετατράπηκαν σε βοσκότοπους για να εξυπηρετηθεί ο υφαντουργικός κλάδος.
Αυτός, ακριβώς, ο κρατικός βρετανικός προσανατολισμός προς μια διαρκώς αυξανόμενη μαζική παραγωγή ενός προϊόντος, και όχι μιας πρώτης ύλης, με στόχο, κυρίως, το εξαγωγικό εμπόριο, σηματοδοτεί την γένεση μιας καταναλωτικής κοινωνίας, χαρακτηριστική του καπιταλιστικού οικονομικοκοινωνικού μοντέλου, αλλά και μια ανοδική εξέλιξη των εισοδημάτων μιας ευρείας κοινωνικής ομάδας (TOPOLSKI, 2000), που θα μεταβληθεί, σταδιακά, στη λεγόμενη μεσαία τάξη του, πρώιμου κατά την εποχή, καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και με τον δυναμισμό της θα οδηγήσει, πρωτίστως την Μεγάλη Βρετανία, αλλά και συνακολούθως ολόκληρη την Ευρώπη, στην βιομηχανική εποχή.
Αλλ
ά εκεί που η Μεγάλη Βρετανία φαίνεται να κάνει την μεγάλη διαφορά, σε σχέση με τι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, είναι ο κατ’ εξοχήν βιομηχανικός τομέας, εκείνος, δηλαδή, της μεταλλουργίας. Αν και η μεταλλουργία ήταν ένας κλάδος ευρέως διαδεδομένος σε ολόκληρη σχεδόν την ευρωπαϊκή ήπειρο, η Αγγλία είναι ο τόπος εκείνος όπου θα παρατηρηθεί μια παραγωγική πρωτοπορία, τόσο στο θέμα των καινοτομιών και της τεχνολογίας, όσο και στον τρόπο παραγωγής.
Ελλείψει φυσικών πόρων, μια που η μεταλλουργία απαιτούσε τεράστια αποθέματα καυσόξυλου τα οποία η Μεγάλη Βρετανία δεν διέθετε, οι Βρετανοί στράφηκαν από πολύ νωρίς, τόσο στον τομέα της τεχνολογικής προόδου για τον εξευγενισμό των μετάλλων, όσο και στην χρήση ενός φυσικού πόρου που διέθεταν σε αφθονία: του γαιάνθρακα. Έτσι, για πρώτη φορά στην Αγγλία το 1709, θα επιτευχθεί η χρήση του γαιάνθρακα στις υψικαμίνους και στην Αγγλία, επίσης, θα εφευρεθεί ο αντα
νακλαστικός κλίβανος, το 1780, που θα λύσει το πρόβλημα του εξευγενισμού του σιδήρου. Στην ίδια αυτή χώρα, στα μέσα του επόμενου αιώνα, θα αναπτυχθεί η μέθοδος της παραγωγής του χάλυβα.
Η αγγλική αυτή εφευρετικότητα είναι χαρακτηριστική της δυναμικής του αγγλικού λαού και της ακλόνητης επιθυμίας του να βρίσκει συνεχώς νέους τρόπους για να αυξάνει την απο
τελεσματικότητα της βιομηχανικής του παραγωγής και, συνακολούθως, τα εμπορικά του κέρδη. Πέρα από τις καινοτομίες που εφηύραν στον τομέα της μεταλλουργίας, οι Άγγλοι είχαν ήδη επινοήσει επαναστατικές τεχνικές και τεχνολογικές καινοτομίες στον τομέα της παραγωγής βαμβακερών και λινών υφασμάτων, αλλά και αργότερα, όταν η βιομηχανία θα στραφεί προς την ενέργεια του ατμού, και πάλι θα πρωτοπορήσουν με την ατμομηχανή του Βατ (1770) που θα έχει σημαντικές επιπτώσεις, όχι μόνον στον τομέα της βιομηχανίας, αλλά και σ’ εκείνους των σιδηροδρόμων και της ναυσιπλοΐας (POLLARD, 2001).
Μέσα
σε λιγότερο από 150 χρόνια, η Αγγλία εξελισσόταν σε μια από τις πλέον προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ, για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες για τεχνολογικές καινοτομίες, η γραφή και η ανάγνωση εξαπλώνονταν με ταχύτατους ρυθμούς ανάμεσα στον πληθυσμό (CIPOLLA, 1988: 363), σε αντίθεση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές, ηπειρωτικές χώρες, όπου η μόρφωση κι η εκπαίδευση ήταν αποκλειστικό προνόμιο του κλήρου, των ευγενών και των μελών των συντεχνιών των τεχνιτών.
Ο CIPOLLA (1988:368) αναγνωρίζει, με την σειρά του, δύο κύρια χαρακτηριστικά των Βρετανών, που οδήγησαν την Αγγλία στην βιομηχανική πρωτοπορία: «μια πρωτοφανής πολιτισμική δεκτικότητα και μια εξίσου εκπληκτική ικανότητα να αντιδρούν αποφασιστικά στις δυσκολίες των περιστάσεων και να τις μετατρέπουν σε σημεία εκκίνησης νέων εξελίξεων και νέων συγκριτικών πλεονεκτημάτων».

Ο ρόλος των κοινωνικών τάξεων και της θρησκευτικής ηθικής.

Ωστόσο, η αύξηση των μονάδων παραγωγής, η παροχέτευση εθνικών κεφαλαίων προς επιθετικούς βιομηχανικούς κλάδους, καθώς και η συσσώρευση ιδίων κεφαλαίων σε βιομηχανικές μονάδες δεν θα ήταν αρκετή για να οδηγήσει στην ραγδαία εκβιομηχάνιση της Μεγάλης Βρετανίας. Μια τέτοια εξέλιξη προϋπέθετε την ύπαρξη ενός μεγάλου, και χαμηλόμισθου, εργατικού δυναμικού, καθώς και την ύπαρξη και απρόσκοπτη λειτουργία ενός εσωτερικού, αλλά και εξωτερικού, συστήματος συγκοινωνιών και μεταφοράς εμπορευμάτων.
Σε ό,τι
αφορά την δημιουργία ενός μεγάλου και χαμηλόμισθου εργατικού δυναμικού, έχουμε ήδη αναφερθεί στο πλήθος του αγροτοεργατικού προλεταριάτου, το οποίο εύκολα μπορούσε να μεταστραφεί σε βιομηχανικό, εφόσον στην Αγγλία, για πρώτη φορά, η βιομηχανική παραγωγή αποσυνδέθηκε από την γεωργική.
Έτσι, σε συνδυασμό με την σταθερή δημογραφική άνοδο που σημειώθηκε στο ευρωπαϊκό χώρο καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ανάμεσα στον 16ο και 19ο αιώνα, δημιουργήθηκε η κρίσιμη εκείνη μάζα του εργατικού προλεταριάτου που, αποκομμένη από τα, ελάχιστα έστω, μέσα παραγωγής που κατείχε στην ύπαιθρο, μετατρέπεται στον μοχλό στήριξης της κεφαλαιοκρατικής βιομηχανικής παραγωγής, η οποία εκμεταλλεύεται, κατ΄ αρχήν, την υπεραξία της εργασίας του.
Σύμφωνα με τον MARX (1978:741), η Αγγλία αποτέλεσε το κλασικό παράδειγμα αυτού του καπιταλιστικού προτσές.
Πέραν αυτού, ο προτεσταντισμός ,που επιβλήθηκε από πολύ νωρίς στην Αγγλία με την μορφή του αγγλικανισμού και χωρίς να προκαλέσει το εύρος και την ένταση των θρησκευτικών πολέμ
ων που προκάλεσε στην υπόλοιπη Ευρώπη, αφενός προσέφερε την δυνατότητα της δήμευσης της τεράστιας εκκλησιαστικής περιουσίας κι αφετέρου επέφερε μια δραματική αλλαγή στην ηθική της αγγλικής κοινωνίας σε ό,τι αφορούσε την αντιμετώπιση των χαμηλότερων, εξαθλιωμένων, άνεργων, λαϊκών μαζών και των ζητιάνων.
Κι ενώ όλη η Ευρώπη συγκλονιζόταν από θρησκευτικούς πολέμους και εμφύλιες διαμάχες, όπως η γαλλική Σφενδόνη, οι Άγγλοι πουριτανοί κατέστησαν, εύκολα κι σχετικά αναίμακτα, την εργασία, ειδικώς των ανέργων και των ζητιάνων, ως ηθικό πρότυπο, ενώ, αφενός η φτώχεια δαιμονοποιήθηκε και ταυτίστηκε με την οκνηρία και, αφετέρου, απαξιώθηκε η ιδιωτική φιλανθρωπία. Ταυτόχρονα, τα κύματα των προσφύγων από την ηπειρωτική Ευρώπη, συνεπεία των θρησκευτικών πολέμων, εμπλούτισαν το εργατικό και τεχνικό δυναμικό της Μεγάλης Βρετανίας, ενώ ψηφίστηκαν νόμοι περί αναγκαστικής εργα
σίας των φτωχών. Τα διαβόητα άσυλα και πτωχοκομεία της εποχής αποτέλεσαν δεξαμενές, εν δυνάμει, δούλων για τις αστικές βιομηχανικές μονάδες. Αν αναλογισθεί κάποιος πως στην Αγγλία του 1688 επί πληθυσμού 5,5 εκατομμυρίων οι πένητες αγροτοεργάτες και οι αλήτες των πόλεων υπολογίζονται σε, περίπου, 1,4 εκατομμύρια, δηλαδή ποσοστό 24% επί του συνολικού πληθυσμού (HAUTMEYER, 2001), μπορεί εύκολα να αντιληφθεί πόσο συνετέλεσε η προτεσταντική ηθική, με τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε στις πολιτικές πρακτικές για το θέμα των εξαθλιωμένων μαζών, κατά το καπιταλιστικό προτσές της πρωτοβιομηχανικής, αλλά και βιομηχανικής εποχής.

Η σημασία των συγκοινωνιών και του διεθνούς εμπορίου.

Σε ότι αφορά τον τομέα των συγκοινωνιών και του διαμετακομιστικού εμπορίου και πάλι η Μεγάλη Βρετανία πρωτοστάτησε στις ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Κατ’ αρχάς, ευνοήθηκε η αστικοποίηση και η δημιουργία πόλεων κοντά σε βιομηχανικά κέντρα, ή μονάδες εξόρυξης πρώτων υλών, ειδικά γαιανθράκων. Το 30% του αγγλικού πληθυσμού κατοικούσε, ήδη από τον 18ο αιώνα, σε μεγάλες πόλεις των 100.000 κατοίκων, προσφέροντας άφθονο και, κυρίως, συγκεντρωμένο εργατικό δυναμικό στις αστικές βιομηχανικές μονάδες, κάτι που δεν θα συμβεί στις περιοχές της ηπειρωτικής Ευρώπης παρά μόνον κατά τον 20ο αιώνα.
Επιπροσθέτως, η Αγγλία ήταν η πρώτη χώρα με ένα άρτιο κι ολοκληρωμένο οδικό, αρχικά, αλλά αργότερα, μετά το 1830, κι ένα πολύ σημαντικό σιδηροδρομικό δίκτυο, που συνέδεε τους τόπους βιομηχανικής παραγωγής με τα μεγάλα αστικά κέντρα και, κυρίως, με τα λιμάνια της χώρας. Επίσης, κατασκευάστηκαν, κατόπιν προσεκτικού σχεδιασμού, πλήθος συγκοινωνιακών ποταμίων καναλιών, που μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα διέσχιζαν, σχεδόν, όλες τις αγγλικές βιομηχανικές περιοχές.
Έτσι, σε συνδυασμό με την αναμφίλεκτη αγγλική υπεροχή στον τομέα της ναυσιπλοΐας, μειώθηκε δραστικά ο χρόνος των μεταφορών και των ταξιδιών, ενώ μειώθηκε, αντίστοιχα, και το κόστος των προϊόντων, μια εξαιρετική συμβολή στην βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας (PAOUNDS, 2001).
Τέλος, δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε δυο βασικούς παράγοντες που συνετέλεσαν άμεσα στην αγγλική πρωτοπορία της πρωτοβιομηχανικής εποχής.
Ο ένας είναι το αποικιακό εμπόριο, τόσο με τις κτήσεις του Νέου Κόσμου, όσο και με τις Ινδίες, που προσέφεραν στην Μεγάλη Βρετανία μια αστείρευτη πηγή πολύτιμων κι εξωτικών πρώτων υλών, μια πολυπληθέστατη δεξαμενή φτηνού εργατικού δυναμικού, αλλά και παρθένες αγορές διάθεσης των βιομηχανικών της προϊόντων.
Σε αντίθεση, όμως, με τις πρακτικές άλλων χωρών, όπως της Γαλλίας και της Πορτογαλίας, στην Αγγλία, αλλά και στην Ολλανδία, η διαχείριση αυτού του αποικιακού εμπορίου αποτέλεσε ευθύνη εμπορικών εταιρειών και όχι της κεντρικής κρατικής εξουσίας, η οποία, για την περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας, περιορίστηκε σ’ έναν ρόλο εποπτικό.
Ο δεύτερος είναι πως το έδαφος της Μεγάλης Βρετανίας δεν αποτέλεσε ποτέ, κατά την διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που εξετάζουμε, πεδίο πολεμικών συγκρούσεων, αν και η ίδια συμμετείχε σε πλήθος πολέμων, που διεξήχθησαν επί του εδάφους της ηπειρωτικής Ευρώπης με καταστρεπτικά κι ολέθρια αποτελέσματα, τόσο επί των ηπειρωτικών, ευρωπαϊκών, πληθυσμών, όσο και επί των οικονομικών και παραγωγικών δομών των περισσοτέρων χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Σύνοψη.

Συνοψίζοντας, τείνουμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως η αγγλική πρωτοπορία κατά την μεταβατική περίοδο της πρωτοεκβιομηχάνισης οφείλεται, κυρίως, στην ιδιοσυγκρασία, καθώς και στην πολιτική και πολιτισμική κουλτούρα και βούληση των ανθρώπων που συνετέλεσαν στην Βιομηχανική Επανάσταση. Σύμφωνα με τον CIPOLLA (1988:365), « ήταν άνθρωποι τολμηροί και ριψοκίνδυνοι, που όποτε αντιμετώπιζαν κάποιες δυσκολίες, πρόσβλεπαν σε νέους ορίζοντες, κυνηγούσαν τις ευκαιρίες και επαναπροσδιόριζαν την πορεία ανάπτυξης της χώρας».
Επιπροσθέτως, «το ότι η Βιομηχανική Επανάσταση αποτελούσε κύρια και πρωταρχικά ένα κοινωνικοπολιτισμικό και όχι απλά τεχνολογικό φαινόμενο, καθίσταται οφθαλμοφανές, καθώς διαπιστώνει ότι οι πρώτες χώρες που πέρασαν στο βιομηχανικό στάδιο ήταν εκείνες που επιδείκνυαν τις μεγαλύτερες πολιτισμικές και κοινωνικές ομοιότητες με την Αγγλία». (CIPOLLA, 1988: 386)


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μαρξ Κ., Το Κεφάλαιο, μτφ Π. Μαυρομμάτης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978.

Braudel F., Υλικός Πολιτισμός, Οικονομία και Καπιταλισμός (15ος – 18ος αιώνας), μτφ Φ. Δρακονταείδης, επιμ. Κ. Τσιταράκης, εκδ. Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα 1988.

Cipola C. M., Η Ευρώπη πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση, Κοινωνία και οικονομία 1000 – 1700 μ.Χ., μτφ Π. Σταμούλης, επιμ. Β. Παναγιωτόπουλος, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1988.

Hauptmeyer H. C., «Νέες περιθωριακές και κατώτερες τάξεις», στο: Αρβελέρ Ε., Maurice A. (επιμ), ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, μτφ Π. Μπουρλάκης, Σπ. Κακουργιώτης, Κ. Γεωργοπούλου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2000.

Hobsbawm E. J., Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ 1789 - 1848, μτφ Μ. Οικονομοπούλου, β’ ανατ., εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002.

Muller G. M., «Κράτος και πολίτες», στο: Αρβελέρ Ε., Maurice A. (επιμ), ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, μτφ Π. Μπουρλάκης, Σπ. Κακουργιώτης, Κ. Γεωργοπούλου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2000.

Nolte H. H., «Θρησκείες και θρησκεύματα», στο: Αρβελέρ Ε., Maurice A. (επιμ), ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, μτφ Π. Μπουρλάκης, Σπ. Κακουργιώτης, Κ. Γεωργοπούλου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2000.

Pollard S., «Η Οικονομική Επανάσταση», στο: Αρβελέρ Ε., Maurice A. (επιμ), ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, μτφ Π. Μπουρλάκης, Σπ. Κακουργιώτης, Κ. Γεωργοπούλου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2000.

Pounds N. J. G., ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, Η μοντέρνα Ευρώπη, μτφ Μ. Αλεξάκης, Μ. Κονομή, Αμ. Λογιάκη, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2001.

Topolski J., «Η αγορά των αγαθών και των υπηρεσιών», στο: Αρβελέρ Ε., Maurice A. (επιμ), ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, μτφ Π. Μπουρλάκης, Σπ. Κακουργιώτης, Κ. Γεωργοπούλου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2000.

Δεν υπάρχουν σχόλια: