Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

Η ιστορία σαν φάρσα;

Στις δυτικές κοινωνίες οι μεταπολεμικές καπιταλιστικές μεταρρυθμίσεις, και ιδιαίτερα οι μεταρρυθμίσεις της εικοσαετίας ‘50-‘70, επέφεραν μια τεράστια κοινωνική αλλαγή:
τα μικροαστικά στρώματα διαμορφώθηκαν και, κυρίως, παγιώθηκαν ως μια "ενδιάμεση" τάξη, ανάμεσα στην εργατική και την αστική.
Τα στρώματα αυτά αποτελούν, ακόμη και σήμερα, την συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών πληθυσμών και διαμορφώνουν, εν πολλοίς, τις πολιτικές εξελίξεις.
Αν και οι μικροαστοί διαρκώς ονειρεύονται την άνοδό τους στην μεγαλοαστική τάξη, κι ως εκ τούτου βρίσκονται μακριά κι αποστρέφονται κάθε επαναστατική πολιτική διαδικασία, σταδιακά, με τον επιχειρούμενο καπιταλιστικό ολοκληρωτισμό των πολυεθνικών, ολοένα συμπιέζονται και συνθλίβονται "προς τα κάτω", σε μια διαρκή διαδικασία προλεταριοποίησής τους.
Ωστόσο, η μικροαστική λογική εξαντλείται στη λογική του "έχειν αρκετά", θεωρούν, δηλαδή, πως στην περίπτωση μιας ριζοσπαστικής σοσιαλιστικής επανάστασης είναι πολλά περισσότερα εκείνα που θα χάσουν, απ' εκείνα που πρόκειται να κερδίσουν (αν κι αυτό, βεβαίως, είναι μια μεγάλη κουταμάρα, αφού ο σοσιαλισμός ευαγγελίζεται την ισότητα στον πλούτο κι όχι στην φτώχεια και την μιζέρια).
Γι' αυτόν το λόγο τα μικροαστικά στρώματα, που όπως είπαμε διαμορφώνουν εν πολλοίς τις ευρωπαϊκές πολιτικές εξελίξεις, έχουν την τάση, σε περιόδους ύφεσης και κρίσεων, να συντηρητικοποιούνται στο έπακρο, μέχρι του σημείου να γίνονται εντελώς αντιδραστικά.
Ακριβώς σ' αυτές τις καταστάσεις εμφανίζονται δυναμωμένες οι φασίζουσες πολιτικές τάσεις, οι οποίες απ’ τη μια μεριά φροντίζουν να φουντώνουν τους μικροαστικούς φόβους κι απ’ την άλλη μετέρχονται φτηνούς λαϊκισμούς και ανέξοδες δημαγωγίες, που "ημερεύουν" τις μικροαστικές ανησυχίες, προβάλλοντας σαν μοναδικό καταφύγιο την προσφυγή στον συντηρητισμό και την αντιδραστικότητα.
Ωστόσο, ο φασισμός (σε όλες του τις ποιότητες και τις αποχρώσεις), όσο κι αν δεν θέλουν να το παραδεχτούν οι θιασώτες της ιδεολογίας (ή του ιδεολογήματος) αυτού, αφορά και αναφέρεται σ' ένα αστικοκαπιταλιστικό περιβάλλον κι όχι σ' ένα σοσιαλιστικό.
Τρανότερη απόδειξη γι' αυτά, αποτελεί το γεγονός της προβολής του φασιστικού κράτους ως απόλυτου "εγγυητή" της κοινωνικής ειρήνης και προόδου, καθώς και ο κομβικός, καθοριστικός ρόλος του "αρχηγού", κι όχι των λαϊκών μαζών, ως φορέα της λογικής της ιστορίας.
Ο φασισμός δεν είναι μια υπόθεση που έληξε κατά την μεταπολεμική περίοδο, όπως μερικοί ισχυρίζονται. Απόδειξη, πως επιβίωσε, με την προπολεμική μορφή του, τόσο σε ευρωπαϊκές χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία), όσο και σε πάρα πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Αντιθέτως, εύκολα μπορεί κάποιος να διαπιστώσει πως ο εθνικιστικός (εντός ή εκτός εισαγωγικών) λόγος κάποιων παραπέμπει άμεσα στον "κλασικό", ιταλικού τύπου, φασισμό αλλά ακόμη και στην πιο βάρβαρη ναζιστική μορφή του, όπως συμβαίνει με τις θέσεις που εκφράζονται μέσα από νεοεθνικοσοσιαλιστικές (βλ. νεοναζιστικές) οργανώσεις, που δραστηριοποιούνται με όλο και μεγαλύτερη ορμή και ζέση (κάποιοι θα υποστήριζαν, με όλο και περισσότερο θράσος) σε όλη την Ευρώπη, της πατρίδας μας συμπεριλαμβανομένης.
Η "δεξιά επανάσταση", που σηματοδοτήθηκε στην Γαλλία με τον πιο εμφατικό τρόπο (αν και το πλέον ανησυχητικό παράδειγμα είναι, μάλλον, εκείνο της Σουηδίας), δείχνει πως οι ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν μπει, άρδην, σε μια διαδικασία έντονης συντηρητικοποίησης, που σταδιακά θα οδηγήσει στην αναβίωση του ευρωπαϊκού φασισμού. Πέρα από την Γαλλία και την Σουηδία, είναι πολύ χαρακτηριστική, μεταξύ άλλων, η περίπτωση της Αυστρίας, όπου ο φασισμός εξελίχθηκε σε μια από τι κυρίαρχες πολιτικές τάσεις, αλλά ακόμη κι αυτής της Ελβετίας, όπου η ξενοφοβία κι ο ρατσισμός κερδίζουν, εσχάτως, διαρκώς έδαφος στην πολιτική κονίστρα της χώρας.
Μερικοί, μάλλον ανόητοι, θεωρούν πως όποιος σήμερα μιλά για αναβίωση του ευρωπαϊκού φασισμού εξυπηρετεί την νεοταξική προπαγάνδα!
Θα πρέπει, δηλαδή, να μην αντιδρούμε μπρος στην εξόφθαλμη πραγματικότητα της φασιστικοποίησης, ή έστω της ακραίας συντηρητικοποίησης αν προτιμάτε, του ευρωπαϊκού πολιτικού σκηνικού, απλώς και μόνον επειδή οι λαϊκίστικες δημαγωγίες της ευρωπαϊκής λαϊκής δεξιάς, που αποτελεί τον προθάλαμο και την μήτρα του ευρωπαϊκού φασισμού, προβάλλει έναν ψευδεπίγραφο επανορθωτικό εθνικισμό και τολμά να μιλά (χωρίς τα κόμπλεξ και τις αγκυλώσεις που, δυστυχώς, βασανίζουν την ευρωπαϊκή «ορθόδοξη» αριστερά) για τα αυτονόητα:
το έθνος, την πατρίδα, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, της αυτοκυριαρχίας και της πολιτικής αυτοτέλειας.
Ωστόσο, εκείνο που παραγνωρίζουν μερικοί "υπεραριστεροί - υπερεπαναστάτες" (κι επιλεκτικώς αντεθνιστές), είναι το μείζον πολιτικό διακύβευμα:
ο σοσιαλιστικός κοινωνικός μετασχηματισμός.
Ακριβώς εκεί, στο πολιτικό διακύβευμα, κινείται και μια παλιότερη τοποθετηση του Πουλαντζά, στο ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ, μτφ. Ν. Μηλιόπουλος, θεωρ. Γ. Κρητικός, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ:

"Όσο κι αν η φθορά των μεσαίων τάξεων είναι αργή και χρονοβόρα, όσο κι αν τα μικροαστικά στρώματα είναι φύσει συντηρητικά, ο στρατηγικός σχεδιασμός για την απαραίτητη πολιτική κυριαρχία απαιτεί τη δημιουργία λαϊκών μετώπων με τα πιο προοδευτικά κομμάτια των στρωμάτων αυτών.
Τούτο σημαίνει αφενός, ότι η λαϊκή ενότητα, υπό την ηγεμονία της εργατικής τάξης, δεν μπορεί να θεμελιωθεί παρά μόνο στην ταξική διαφορά των τάξεων και μεριδών που συμμετέχουν στη συμμαχία:
αυτή η συνένωση είναι ταυτόχρονη με τη σταδιακή λύση των "αντιφάσεων μέσα στον λαό".
Αφετέρου όμως, πρόκειται για μια διαδικασία συνένωσης και για μια διαδικασία εδραίωσης της ηγεμονίας της εργατικής τάξης μέσα σ' αυτές τις τάξεις και μερίδες, μια κι αυτές οι ίδιες αλλάζουν μέσα στους αγώνες, που σημαδεύουν σταδιακά αυτή τη διαδικασία, προσχωρώντας έτσι στις ταξικές τοποθετήσεις της εργατικής τάξης.
(...) Ιδιαίτερα η πάλη των λαϊκών στρωμάτων της Ευρώπης ενάντια στις δικές τους αστικές τάξεις και ενάντια στα δικά τους κράτη παίζει, στη σημερινή φάση του ιμπεριαλισμού και στην παρούσα συγκυρία, θεμελιακό ρόλο."

Αυτό δεν σημαίνει, επουδενί, πως μιλάμε για επιστροφή στα "συναινετικά" μοντέλα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας.
Αντιθέτως, αν , μέσα απ' αυτή τη διαδικασία συνένωσης, προκύψουν κυβερνητικά σχήματα με προοδευτικό, κι όχι συντηρητικό, προσανατολισμό, τότε η ηγεμονία της εργατικής τάξης μέσα σ'
αυτούς τους συνασπισμούς αφήνει ορατό το ενδεχόμενο μιας ισχυρής αντίστασης απέναντι στην αστική, αντιδραστική, αντιπολίτευση και, γιατί όχι, σε μια διαδικασία διαρκούς επανάστασης.
Βεβαίως, από την εποχή που ο Πουλαντζάς διατύπωνε τους παραπάνω στοχασμούς, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, πολύ νερό έχει κυλήσει στις μυλόπετρες του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, με αποτέλεσμα η παρούσα μορφή του επιχειρούμενου καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού να υλοποιείται στις νεοφιλελεύθερες ρυθμίσεις της παγκοσμιοποίησης, ενώ η πολιτική ρύθμιση αυτού του καπιταλιστικού μετασχηματισμού αποτυπώνεται στον αμερικανικό αυτοκρατορισμό της Νέας Τάξης.
Ωστόσο, ο κεντρικός προβληματισμός παραμένει: είναι τα ίδια λαϊκά στρώματα, οι λαϊκές μάζες π
ου συνθλίβονται διαρκώς από τον αδυσώπητο νεοφιλελεύθερο κυκλώνα κάτω απ’ τα όρια της φτώχειας και της αναξιοπρέπειας, που πρέπει να αντιπαλέψουν τα σχέδια που απεργάζονται τα νεοταξικά ιερατεία κι οι επιχώριες θεραπαινίδες τους. Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, ούτε από μηχανής θεοί, ούτε αρχηγοί και ανθυποφυρερίσκοι, με τη δύναμη και τη θέληση να ανατρέψουν το κατεστημένο της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Το βάρος της εξέγερσης απέναντι στην αδικία, την εκμετάλλευση και τον παρασιτισμό πέφτει και πάλι, όπως πάντοτε, αναγκαστικά, στους ώμους των ίδιων των Δούλων, υπό την προϋπόθεση πως θα καταχτήσουν, κάποια στιγμή, ταξική αυτοσυνειδησία, πολιτική συνείδηση κι αγωνιστική, μαχητική διάθεση.
Άλλως, όπως έχει πολλάκις αποδειχτεί ιστορικά, τη θέση μιας
ριζοσπαστικής κοινωνικοπολιτικής ρήξης κι ανατροπής θα πάρει μια φασιστική, ή φασίζουσα, φάρσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: