Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

Σε κάθε τομέα της ανθρώπινης διανόησης, "τα πάντα επιτρέπονται" (anything goes).

Απ' τις αρχές του 17ου αιώνα, όταν ο Καρτέσιος θα ανακαλύψει τα "θεμέλια μιας υπέροχης επιστήμης" και θα θεμελιώσει τον επιστημονικό ορθολογισμό, ο ορθολογισμός και ο εμπειρισμός θα αναγνωρισθούν ως αδιαφιλονίκητοι πυλώνες της νεώτερης επιστήμης.
Ωστόσο η εμμονή του Καρτέσιου σε μια επιστημονική μεθοδολογία που αποσκοπούσε κυρίως στην προσπάθεια να αποδειχθεί εμπειρικά μια "προφανής" αλήθεια, μια θεωρία που συνδυάζεται ή προέρχεται από μια ενορατική πίστη, δέχθηκε από πολύ νωρίς την κριτική άλλων φιλοσόφων κι επιστημόνων της εποχής, όπως του Λάιμπνιτζ, που υποστήριξε ότι "μια πίστη βαπτίζεται εύκολα ως λογικά προφανής, επειδή κάποιος έχει συμφέρον ή διάθεση να την πρεσβεύει".
Στην πορεία της ιστορίας της επιστήμης, θα ανακύψουν πολλές φορές τέτοιου είδους ερωτήματα και διαφωνίες σχετικά με την αξία και το περιεχόμενο του επιστημονικού θετικισμού, την ουσία της φιλοσοφίας της επιστήμης, καθώς και την επιστημολογική μεθοδολογία και τον έλεγχο της εγκυρότητας της επιστημονικής γνώσης.
Ο K. Popper (1902-1994), ήταν αυτός που πρότεινε ως κριτήριο εγκυρότητας της εμπειρικής επιστήμης την εφαρμοζόμενη μεθοδολογία .
Ο βασικός άξονας της θεωρίας του Popper ήταν ότι "η καθαυτό εμπειρική μέθοδος πρέπει να εκθέτει συνεχώς μια θεωρία στην δυνατότητα να διαψευσθεί" .
Κατά τον Popper δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα μια καθολική επιστημονική πρόταση, μια επιστημονική θεωρία, γιατί αρκεί και μόνον ένα αρνητικό πειραματικό εύρημα, ένα κρίσιμο πείραμα, μέσα στην απέραντη φυσική πραγματικότητα, που να έρχεται σε αντίθεση με την καθολικότητα μια επιστημονικής πρότασης κι επομένως να την διαψεύδει και να την καταρρίπτει. Ακόμη κι αν δεν έχει ανακαλυφθεί σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή εκείνο το εμπειρικό δεδομένο που διαψεύδει μια επιστημονική πρόταση, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται μέσα στο φυσικό σύμπαν, αλλά απλώς ότι, ενδεχομένως, δεν το έχουμε ανακαλύψει ακόμη.
Επομένως, σύμφωνα με την αντίληψη του Popper, "η πρόοδος της επιστήμης δεν είναι μια πορεία από αλήθεια σε περισσότερη αλήθεια, αλλά από ψεύδος σε λιγότερο ψεύδος".
Αυτό είναι το κριτήριο της διαψευσιμότητας του Popper σε σχέση με την εμπειρική επιστημονική μέθοδο, το οποίο έρχεται σε αντιδιαστολή με το κριτήριο της επαληθευσιμότηας του λογικού ορθολογισμού.
Σύμφωνα με την λογική αυτή ο στόχος μιας επιστημονικής έρευνας δεν είναι να επιβεβαιώσει μια επιστημονική αλήθεια όπως υφίσταται και γίνεται αποδεκτή σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά η ανακάλυψη μιας νέας, πιο ενδιαφέρουσας, ρηξικέλευθης και λιγότερο διαψεύσιμης επιστημονικής πρότασης που να ακυρώνει την παλιά.
Επιπροσθέτως, ο Popper δέχεται ότι, αν κανείς κινείται με κίνητρο να επαληθεύσει οπωσδήποτε μια επιστημονική πρόταση, είναι απολύτως σίγουρο ότι θα το επιτύχει .
Ωστόσο η θεωρία δεν μπορεί να αποτελεί επιστημονικό αυτοσκοπό.
Η ουσιαστική επιστημολογία αποζητά να εξυπηρετήσει την προοδευτική δυναμική της ανθρώπινης πολιτισμικής ανέλιξης κι επομένως κάθε επιστήμονας έχει δικαίωμα και χρέος, κατά τον Popper, να επινοεί νέες και φρέσκιες θεωρίες, βασισμένος στην αδέσμευτη κι αχαλίνωτη φαντασία του, κινούμενος, πάντως, στο πλαίσιο της παραδεκτής επιστημονικής μεθοδολογίας. Σε αντίθεση όμως με την θεολογία και την μεταφυσική, η επιστήμη θα πρέπει να είναι έτοιμη να απαρνηθεί μια θεωρία από την στιγμή που θα προκύψει πειραματικά ένα κρίσιμο αντιπαράδειγμα, ένα πειραματικό εύρημα ικανό να διαψεύσει την αλήθεια μιας επιστημονικής πρότασης.
Ο T. Kuhn (1922-1996) εισήγαγε την ιδέα ότι οι επιστημονικές γνώσεις κάθε εποχής βρίσκονται σε συνάρτηση με τις εκάστοτε ιστορικές, οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες κι επομένως κάθε επιστημονικό σύστημα θα πρέπει να εξετάζεται αυτόνομα και όχι αξιολογικά σε σχέση με τα προηγούμενα ή τα επόμενα, αλλά σχετικά με την λειτουργικότητά του και την αξία του κατά την εποχή που διαμορφώθηκε κι αρθρώθηκε .
Για τον Khun η φιλοσοφία, αλλά και η ιστορία, της επιστήμης είναι μια σειρά ρήξεων κι ανατροπών, ενώ ο τρόπος που "βλέπει" κάθε φορά η επιστημονική κοινότητα τα πράγματα, μέσα από το πλέγμα των υφισταμένων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών, αποτελούν τα "παραδείγματα", τις κυρίαρχες δηλαδή ιδεολογίες γύρω από τις οποίες κινείται κάθε φορά η επιστημονική κοινότητα, αλλά δομείται κι ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός.
Κατά την θεωρία του Khun, κάθε φορά που το υφιστάμενο "παράδειγμα" δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ικανοποιητικά τους σύγχρονους "γρίφους", τα νέα δηλαδή προβλήματα που ανακύπτουν μέσα από την εξέλιξη του ανθρωπίνου πολιτισμού, παρατηρείται μια "ανωμαλία" του υφιστάμενου παραδείγματος και η περίοδος της "κανονικής επιστήμης" δίνει την θέση της στην περίοδο της "ουσιώδους έντασης", μια διαδικασία από την οποία γεννάται μια νέα κυρίαρχη ιδεολογία , ένα νέο "παράδειγμα".
Ανάμεσα στα δύο "παραδείγματα", αλλά και στις επιστημονικές κοινότητες που τα υποστηρίζουν, υπάρχει πλήρης ασυνεννοησία και καμιά διάθεση συμβιβασμού, ένας "πόλεμος παραδειγμάτων" κατά τον Khun, ενώ οι "ανωμαλίες" του παλιού παραδείγματος, συγκροτούν πλέον την θεωρητική κανονικότητα του νέου.
Ο Khun λοιπόν ανατρέπει ολοσχερώς την ιστορική συνέχεια και την αλληλοσυμπλήρωση των επιστημονικών προτάσεων, που πρέσβευε ο λογικός ορθολογισμός, ενώ συνδυάζει με απόλυτο τρόπο την επιστημολογία με την υφιστάμενη κοινωνικοπολιτική μορφή της κάθε ιστορικής περιόδου.
Ιδιαίτερα κομβικό σημείο της σκέψης του Khun, και συνδετικός κρίκος με την επιστημολογία του Feyerabend, είναι η θέση του πρώτου ότι " η επιστήμη είναι ένα ανθρώπινο δημιούργημα, ένα πολιτιστικό φαινόμενο όπως όλα τ' άλλα (τέχνη, θρησκεία, πολιτική κτλ.), και έχει πολύ περισσότερα κοινά σημεία μ' αυτά απ' όσο αφήνεται να εννοηθεί. Βρίσκεται σε αλληλεπίδραση μ' όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και η εξέλιξή της επηρεάζεται σημαντικά από παράγοντες, θεωρητικά, ξένους προς αυτή (μεταφυσικές πεποιθήσεις, κοινός νους, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες)".
Ωστόσο, κατά το τέλος του 20ου αιώνα, ο ρόλος της επιστήμης και της επιστημονικής κοινότητας συνδέθηκε με εξουσιαστικούς μηχανισμούς.
Οι επιστημονικές έρευνες και οι νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις δεν προσανατολίζονταν μόνον προς την κατεύθυνση της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου της ανθρώπινης κοινότητας, αλλά και προς τις εξελιγμένες δυνατότητες ελέγχου και καταναγκασμού των πολιτών, καθώς και στην πολεμική βιομηχανία και τεχνολογία.
Οι υφιστάμενοι εξουσιαστικοί μηχανισμοί μπορούν τώρα να κατευθύνουν, ή και να ποδηγετήσουν, την επιστημονική έρευνα (μέσω της χρηματοδότησης ερευνητικών προγραμμάτων, της δημιουργίας ή κατάργησης πανεπιστημιακών εδρών και μεταπτυχιακών προγραμμάτων κτλ), έτσι ώστε να εξυπηρετούνται μάλλον κερδοσκοπικές και εξουσιαστικές σκοπιμότητες, παρά ερευνητικά κι επιστημονικά ενδιαφέροντα.
Με αυτόν τον τρόπο η επιστημονική λειτουργία στρατεύεται σ' έναν σκοπό που φαίνεται, κατ' αρχήν, άσχετος με το ζητούμενο της ανθρώπινης πολιτισμικής ανέλιξης, ενώ απεκδύει την ανθρώπινη σκέψη από την ελεύθερη κι αδέσμευτη βούληση, "την διαισθητική και ποιητική πτυχή της".
Η διαπλοκή αυτή, ανάμεσα στους εξουσιαστικούς και εμπορικούς μηχανισμούς και στην επιστημονική κοινότητα, γέννησε ένα διαρκώς ογκούμενο αντιεπιστημονικό ρεύμα, μια αντίδραση σε μια επιστήμη, που λειτουργούσε ως υποχείριο εμπορικών και εξουσιαστικών συμφερόντων.
Στον τομέα της επιστημολογίας η δυσαρέσκεια αυτή κορυφώθηκε την δεκαετία του 1960, με ένα ρεύμα "εξωτερικής" ερμηνείας της επιστημονικής μεθοδολογίας, μια "αναρχική" προσέγγιση της φιλοσοφίας της επιστήμης, κύριος εκφραστής της οποίας υπήρξε ο Paul Feyerabend.
Ο Feyerabend παραδέχθηκε την ποππεριανή θεωρία, ότι η επιστημονική σκέψη και μεθοδολογία θα πρέπει να εστιάζεται στην προσπάθεια περιορισμού του ψεύδους.
Ο Feyerabend δέχτηκε, επίσης, την βασική αρχή της κουνιανής θεωρίας, ότι η επιστήμη αποτελεί, απλώς, μιαν ακόμη ανθρώπινη δραστηριότητα, ανάμεσα στις άλλες, χωρίς να αξιώνει, η επιστήμη, κάποια ιδιαίτερη αυθεντία ή αξία.
Επομένως, η αξία του επιστημονικού λόγου είναι απολύτως σχετική κι εξαρτάται από την ιδιοσυγκρασία, την οπτική και την αφετηρία από την οποία ο καθένας προσεγγίζει τις διατυπωμένες "αλήθειες".
Η επιστήμη, λοιπόν, υπηρετεί και πρεσβεύει έναν συγκεκριμένο τύπο γνώσης, που προτείνει κάποιες αλήθειες όπως τις αντιλαμβάνεται η επιστημονική κοινότητα, χωρίς αυτό να μειώνει ή να αναιρεί τον τρόπο που προσεγγίζουν τα πράγματα και τις αλήθειες που προτείνουν άλλες διανοητικές κοινότητες, όπως εκείνες των ποιητών, των ενορατικών και των μυστικιστών. Αντιθέτως, όσο πιο πολλές προσεγγίσεις είναι διατυπωμένες κι αποδεκτές, από την πιο προοδευτική κι επιστημονική ως την πιο αντιδραστική και ανορθολογική, όσο πιο πολυσύνθετη, ποικιλόμορφη κι αδέσμευτη είναι η έκφραση της ανθρώπινης διανόησης σε όλες της τις μορφές, τόσο πιο ελέυθερη είναι, κατά τον Feyerabend, η κοινωνία μας. "Μέσα σ' έναν τέτοιον πλουραλισμό τοποθετεί ο Feyerabend την επιστημονική κοινότητα".
Οι διανοητικές κοινότητες μέσα στο κοσμοείδωλο του Feyerabend πορεύονται δίπλα δίπλα, εντελώς ανεξάρτητες, χωρίς να υπόκεινται σε μεταξύ τους αξιολόγηση, και χωρίς να είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν υπόψη η μία την άλλη. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να απαγορεύσει σε κανέναν να προσεγγίσει τα φαινόμενα βασισμένος στην μέθοδο και την οπτική που επιλέγει, ο επιστήμονας με την επιστήμη και τον ορθολογισμό κι ο ποιητής με την ποίηση, την εσωτερική αναζήτηση και την πνευματική ενόραση.
Ο Feyerabend διακήρυσσε ότι ο Αριστοτέλης δεν είναι "ψόφιο άλογο" και φαίνεται να το εννοούσε απολύτως . Για τον Αριστοτέλη η ποίηση είναι τέχνη, δηλαδή μια δεξιοτεχνική ανθρώπινη δραστηριότητα, που περιγράφει τα "οία αν γένοιτο και τα δυνατά κατά το εικός ή το αναγκαίον", όσα δηλαδή θα μπορούσαν να έχουν συμβεί, κι αν ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει την ποίηση ως φιλοσοφικοτέρα της ιστορίας, ο Feyerabend φαίνεται να της αναγνωρίζει την αυτή φιλοσοφική αξία μ' εκείνη της επιστήμης.
Δεν υπάρχει στην συλλογιστική αυτή "απόλυτη αλήθεια", ούτε και κάποιος πρεσβευτής της, αλλά ένας άκρατος κι απόλυτος σχετικισμός.
Ειδικά για την επιστήμη, ο Feyerabend ισχυρίζεται ότι πρέπει να απελευθερωθεί τόσο εσωτερικά, δηλαδή μέσα στο πλαίσιο της επιστημονικής κοινότητας και μεθοδολογίας, όσο κι εξωτερικά δηλαδή από την διαπλοκή της με την εξουσία και την αξίωση αυθεντίας για τον επιστημονικό λόγο.
Επομένως, η μόνη αντιπροσωπευτική για τον ανθρώπινο νου επιστημονική μέθοδος, είναι εκείνη που πρεσβεύει ότι στην επιστήμη, όπως και σε κάθε τομέα της ανθρώπινης διανόησης, "τα πάντα επιτρέπονται" (anything goes) .
Ο Feyerabend επιχειρεί να "απαλλάξει την επιστημολογία από την αρρώστια του ορθολογισμού. Ενάντια σ' αυτήν την αρρώστια προτείνει το φάρμακο του αναρχισμού".
Θεωρεί τον τομέα της φιλοσοφίας της επιστήμης άχρηστο, αν και αναγνωρίζει την αξία της ιστορίας της επιστήμης.
Ένας δεύτερος στόχος του φιλοσόφου είναι ο εμπλουτισμός της γνώσης απ' όλες τις μορφές της ανθρώπινης διανόησης. Αυτό σημαίνει ότι, μέσα στον πολιτισμικό πλούτο και την αναζήτηση της γνώσης, χωρούν ισάξια τόσο η προσέγγιση της επιστήμης με την επιστημονική μεθοδολογία της, όσο κι η προσέγγιση της ποίησης ή της θεολογίας με τις δικές τους μεθοδολογίες. "Ο πλουραλισμός, εξάλλου, τον οποίον υποστηρίζει ο Feyerabend είναι πλουραλισμός αρχών, μεθόδων και θεωριών".
Εν κατακλείδι, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι ο Feyerabend δεν αποσκοπεί στο να απεκδύσει την επιστήμη και την επιστημονική κοινότητα από τον επιστημονικό, λογικό, τρόπο σκέψης, ούτε και να απαξιώσει την επιστημονική μεθοδολογία.
Εκείνο που φαίνεται να προτείνει, είναι την ισότιμη συμπόρευση των διανοητικών κοινοτήτων στον δρόμο για την απόκτηση της γνώσης, την μεταξύ τους αλληλεπίδραση με δεδομένο τον αμοιβαίο σεβασμό και το απόλυτο δικαίωμα της επιλογής μεθόδου στην αναζήτηση της αλήθειας και της κατανόησης των φυσικών φαινομένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: