Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

Εθνικιστικά διλήμματα. Απόπειρες προσέγγισης.

Η επιστροφή σ' έναν άκαμπτο, ρομαντικό, εθνικισμό, που καθορίζει την έννοια του έθνους ως την μοναδικότητα κάθε ξεχωριστής ανθρώπινης κοινότητας, μοναδικότητα που προσδιορίζεται αποκλειστικά από τις ιδιαίτερες παραδόσεις, τα κοινά ήθη κι έθιμα, τους ιστορικούς και γλωσσολογικούς δεσμούς, καθώς και τις κοινές συναισθηματικές εμπειρίες, τείνει να αποκλείσει εντελώς έναν άλλον, ουσιώδη παράγοντα της έννοιας του έθνους: αυτόν του αυτοπροσδιορισμού.
Έτσι οι εθνικές υποομάδες, σε μια επιστροφή στον νεο-ανορθολογισμό, νοούνται ως εντελώς αυτόνομα κι ανεξάρτητα "όντα", αποκομμένα από κάθε έννοια διαλεκτικής ιστορικής ανέλιξης.
Αγνοούνται οι χωρικές και κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, αγνοείται ο πολιτισμός ως συνθετική διαδικασία, όπου το κάθε έθνος αυτοκαθορίζεται μεν από την ιδιοσυστασία του, ετεροκαθορίζεται δε από την επαφή του και την αλληλεπίδρασή του με άλλα έθνη και τον χώρο.
Ταυτόχρονα, μέσα από αυτό το εθνικιστικό πρίσμα, που θεωρεί το έθνος ως μια εντελώς αυτοκαθοριζόμενη κι αυτόνομη οντότητα, προκύπτουν μερικά θεωρητικά παράδοξα, μερικές εθνικιστικές αντιφάσεις, που δύσκολα μπορούν να απαντηθούν μέσα στο πλαίσιο της λογικής.
Λόγου χάρη, ένας Έλληνας "υπερεθνικιστής" (ο όρος είναι μεν αδόκιμος, περιγράφει όμως την ανορθολογική θεώρηση του εθνικισμού από ορισμένους) πρεσβεύει το δικαίωμα του ελληνικού έθνους στις ιδιαίτερες παραδόσεις του, αξιώνοντας μια πολιτισμική καθαρότητα, ενώ ταυτόχρονα επικρίνει τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες άλλων εθνών, συγκρίνοντάς τες με τις παραδόσεις και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά του δικού του έθνους. Αξιολογεί και ιεραρχεί, δηλαδή, τα έθνη σε μια εθνοφυλετική ιεραρχική κλίμακα.
Με τη λογική αυτή, ο ελληνισμός έχει την "ιερή" υποχρέωση να διαφυλάξει την ορθόδοξη πίστη και τις παραδόσεις του, αλλά τα ισλαμικά έθνη χαρακτηρίζονται βάρβαρα κι απολίτιστα επειδή η σαρία αποτελεί πολιτισμική τους κληρονομιά, αλλά κρίνεται απαράδεκτη για τα δεδομένα της χριστιανικής ηθικής και της δυτικής κουλτούρας.
Ταυτόχρονα, ο απόλυτος αυτοπροσδιορισμός, καθώς επίσης η πολιτική κι εδαφική κυριαρχία των ιστορικών εθνών μέσα σ' έναν κόσμο εθνοκρατών, που προβάλλεται, λογικότατα, από την εθνικιστική πολιτική ιδεολογία, συγκρούεται με την άρνηση του δικαιώματος του ίδιου αυτού εθνοτικού προσδιορισμού, όταν κάποιες υποομάδες επιθυμούν να αυτοπροσδιορισθούν διαφορετικά εντός του πλαισίου ενός κυρίαρχου έθνους.
Η αρχή του εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού συγκρούεται εδώ με το μείζον δικαίωμα του κυρίαρχου έθνους στην πολιτική κυριαρχία κι εμφανίζεται ως απειλή στον κανόνα της εθνικής ομοιογένειας, που αποτελεί βασικό συνεκτικό δεσμό κι αρμό της ιδιοσυστασίας και της σταθερότητας του εθνοκράτους.
Η αντίφαση είναι ορατή: αντιστεκόμενα τα έθνη στην πολυπολιτισμική "σούπα" της παγκοσμιοποίησης, επιστρέφουν στις πιο παραδοσιακές, και ίσως αντιδραστικές, μορφές εθνικισμού. Κι αυτό αποτελεί ένα ακόμα εθνικιστικό δίλημμα, που μένει να απαντηθεί μέσα από έναν διαλεκτικό αναστοχασμό της έννοιας του έθνους και της ιδεολογίας του πολιτικού εθνικισμού, μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνικοπολιτικής και ιστορικής συγκυρίας.
Εν τούτοις, η ανθρώπινη πολιτισμική ανέλιξη δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί μέσα από μια σχέση διαλεκτική, μια σχέση συνθετική, όπου απαραιτήτως θα πρέπει να ισχύουν κάποιοι πανανθρώπινοι ηθικοί κανόνες, κάποιες πανανθρώπινες κοινές αξίες και αρχές, πέρα από την όποια φυλετική, ιστορική ή πολιτισμική ιδιοπροσωπεία του κάθε λαού. Η ιδιοπροσωπεία κάθε ανθρώπινης συγκροτημένης κοινότητας δεν μπορεί να λογίζεται έξω και πέρα από το ιστορικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι, παρά σαν μέρος, σαν κύτταρο του παγκόσμιου πολιτισμικού οργανισμού.
Με τη λογική αυτή, τα έθνη έχουν, ασφαλώς, δικαίωμα στην πολιτισμική τους ιδιοπροσωπεία, είναι, με βεβαιότητα, φορείς μιας ιδιαίτερης ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς, αυτοκαθορίζονται σαφώς και από παράγοντες φυλετικούς (ιδωμένους, όμως, μέσα από την ιστορική κι όχι βιολογική σκοπιά), αλλά, ταυτόχρονα, ετεροκαθορίζονται από το σύνολο του ανθρώπινου πολιτισμού, αφού αποτελούν μέρος μιας πανανθρώπινης κοινότητας, που δεν μπορεί παρά να λογίζεται μέσα από μια οικουμενική θεώρηση και να υπακούει σε μια βασική και θεμελιώδη ηθική αρχή, αυτή του ανθρωπισμού.
Αυτού του είδους η ουμανιστική οπτική δεν αναιρεί καθόλου το δικαίωμα των εθνών στην αυτόνομη προσωπικότητά τους. Ίσα ίσα, θωρακίζει το δικαίωμα στην διαφορετικότητα και στην ιδιοπροσωπεία, προβάλλοντας, όμως, ταυτόχρονα, το σύνολο του πολιτισμού ως μια συνθετική, διαλεκτική, διαδικασία, όπου οι ιδιαιτερότητες κάθε έθνους και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των εθνών συγκροτούν το μωσαϊκό, αλλά και το μεγαλείο, του ανθρώπινου πολιτισμού.
Τα έθνη, έτσι, δεν περιχαρακώνονται στις ιστορικές και πολιτισμικές τους ιδιαιτερότητες, αλλά ταυτόχρονα διατηρούν ανέπαφη την εθνική τους ιδιοπροσωπεία.
Οι εθνικές υποομάδες νοούνται σαν ισότιμα κι ανεξάρτητα μέλη μιας ευρύτερης συλλογικότητας, της πανανθρώπινης κοινωνίας, στην οποίαν, ωστόσο, εξακολουθούν να ισχύουν κάποιοι βασικοί και θεμελιώδεις κανόνες, κάποιες αρχές και αξίες, που προσδίδουν στην Ανθρώπινη κοινότητα τον χαρακτήρα της υπερεθνικής συλλογικότητας.
Όχι, λοιπόν, στην πολυ-πολιτισμική "σούπα" της παγκοσμιοποίησης και στον αυτοκρατορικό ιμπεριαλισμό της Νέας Τάξης, αλλά, ταυτόχρονα, όχι και στην υπερεθνικιστική περιχαράκωση. Ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι μια διαδικασία ανοιχτή, όπου τα έθνη είναι ταυτόχρονα αυτόνομα, αλλά όχι αυτοτελή.
Ναι στη διατήρηση και στην προστασία των ιδιαίτερων πολιτισμικών χαρακτηριστικών της κάθε εθνότητας, αλλά όχι στις απόψεις που προβάλλουν εθνοφυλετικές "καθαρότητες", αξιολογήσεις και ιεραρχήσεις των εθνών στη βάση φυλετικών διακρίσεων.
Ναι στο δικαίωμα του κάθε έθνους στην πολιτική αυτοτέλεια και κρατική ανεξαρτησία, αλλά όχι στον ιμπεριαλισμό και την πατριδοκαπηλία.
Ναι στο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού του εθνικού υποκειμένου και στο δικαίωμά του να αξιώνει πολιτική αυτοτέλεια, αλλά όχι στην υποκατάσταση του πολιτικού υποκειμένου από το εθνικό, μέσα στην νομική κατασκευή του σύγχρονου κράτους.
Ασφαλώς και μέσα από την προσέγγιση αυτή προκύπτουν, ενδεχομένως, αναντιστοιχίες ή και αντινομίες. Αυτό, όμως, οφείλεται, κατά βάση, στις αντιφάσεις που η ίδια η έννοια του εθνικισμού εμπεριέχει. Το πιο δύσκολο αιτούμενο στις μέρες μας, είναι, ίσως, η προσπάθεια συγκερασμού αυτών των εθνικιστικών αντιφάσεων, η προσπάθεια απάντησης στα εθνικιστικά διλήμματα.
Όπως και να 'χει, μια που η ανθρώπινη λογική και ηθική υπάρχει για να μετουσιώνεται σε πραγματικότητα, και, τελικά, ο σκοπός του ανθρώπινου υποκειμένου είναι το "πράττειν" (λογικά και ηθικά), εκείνο που έχει αξία είναι να διαφυλάξουμε την ουσία της εθνικής ιδιαιτερότητας του κάθε λαού, χωρίς να απολέσουμε τις βασικές και πανανθρώπινες αξίες και την κοινωνική αμοιβαιότητα, όπως διαμορφώθηκαν και αποκρυσταλλώθηκαν στην ιστορική διαδρομή, που μας χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο είδος.
Ακόμη και η ίδια η Ρόζα Λούξεμπουργκ, στην Μπροσούρα του Γιούνιους, υποστήριξε πως «ο σοσιαλισμός αναγνωρίζει σε κάθε λαό το δικαίωμα της ανεξαρτησίας και την ελευθερία να χειρίζεται ανεξάρτητα τις τύχες του», αν και δεν είναι, ισχυρίστηκε, εφικτό το δικαίωμα αυτό, στην αυτοδιάθεση, μέσα σε αστικοκαπιταλιστικά, ιμπεριαλιστικά περιβάλλοντα. Θα μπορούσε, βεβαίως, κάποιος να αντιτείνει, πως ο εθνοτικός αυτοπροσδιορισμός και το αίτημα για αυτοδιάθεση προκύπτει, ακριβώς, μετά από απαίτηση των λαϊκών μαζών στο σύνολό τους, δηλαδή και της εργατικής τάξης. Ωστόσο, η Λούξεμπουργκ συνηγόρησε με την άποψη του Ένγκελς, περί του δικαιώματος των «ιστορικών εθνών» (εκείνων δηλαδή που συνδυάζουν ικανό πληθυσμό για την πλήρη ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και μια σχετικά μεγάλη και συνεκτική χωρική επικράτεια για την ανάπτυξη ενός βιώσιμου κράτους) στην εθνική αυτοδιάθεση, ανεξαρτησία και πολιτική αυτονομία.
Διαβάζω στο Ν.Γ.ΣΒΟΡΩΝΟΣ, ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ, ΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, προλ. ΣΠ.Ι.ΑΔΡΑΧΑΣ, επιμ. Ν.ΒΑΓΕΝΑΣ, εκδ. ΠΟΛΙΣ, σ. 22-23:
«Η γενική αυτή εικόνα ενός συντελεσμένου έθνους χρειάζεται την ιστορική της εξήγηση, γιατί βέβαια κανένας πλέον σοβαρός μελετητής δεν ικανοποιείται με τις ρομαντικές αντιλήψεις που παρουσίαζαν το έθνος ως κάποια υπερβατή οντότητα δεδομένη από τα πριν, ενός συνόλου συγγενικών φυλών, ή ενός μεταφυσικού «λαϊκού πνεύματος», μιας «ψυχής»· ούτε αρκείται στη διαπίστωση ότι το βασικό χαρακτηριστικό της εθνικής ενότητας είναι η κοινή βούληση των ατόμων που το απαρτίζουν. Η δημιουργία της κοινής αυτής βούλησης υπακούει σε κάποια ιστορική νομοτέλεια και βρίσκεται σε στενή εξάρτηση με τους κοινωνικούς παράγοντες που κινούν την ιστορία.
Το έθνος είναι κι αυτό μια ιστορική κατηγορία, η κατακλείδα μιας σειράς σχηματισμών που βγαίνει ο ένας απ’ τον άλλον σε μια συνεχή εξελικτική διαλεκτική πορεία με τη συνεργία πολλών παραγόντων, οι οποίοι δεν έχουν όλοι την ίδια λειτουργία, ούτε, επομένως, την ίδια βαρύτητα, για τον σχηματισμό του κάθε έθνους, που το καθένα απλώνει τις ρίζες του, άλλο μακρύτερα και άλλο λιγότερο μακριά, στον ιστορικό χρόνο»

Δεν υπάρχουν σχόλια: