Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Μουσική χωρίς τις δισκογραφικές;

«Καθημερινή», Σάββατο, 27 Oκτωβρίου 2007

"Το Διαδίκτυο αλλάζει ριζικά τον τρόπο διανομής των τραγουδιών, αποδυναμώνοντας το ρόλο των μεσαζόντων.
Της ΓΙΟΥΛΗΣ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Oταν ένα από τα χρυσά παιδιά της ποπ γυρίζει την πλάτη στη βιομηχανία που την ανέδειξε, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για κατάρρευση του μοντέλου παραγωγής και διακίνησης δίσκων, όπως το γνωρίσαμε τον 20ό αιώνα. Η Μαντόνα ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από τη Warner με την οποία συνεργάζεται εδώ και 25 χρόνια, με το σκεπτικό πως η εταιρεία δεν έχει να της προσφέρει τίποτε πια. Το λαμπρό δημιούργημα στρέφεται κατά του δημιουργού του;

Τα τελευταία χρόνια, αρκετοί καλλιτέχνες έκαναν το ίδιο. Ο ρόλος του απλού μεσάζοντα, που απέφερε μυθικά κέρδη στη δισκογραφία, τις περισσότερες φορές εις βάρος των καλλιτεχνών, σβήνει. Το τελικό χτύπημα, όμως, θα έρθει από το ίδιο το κοινό: από εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο οι οποίοι έχουν ελεύθερη πρόσβαση στη μουσική μέσω Διαδικτύου. Η μαζική στροφή σε ριζικά διαφορετικούς τρόπους διανομής των μουσικών προϊόντων, όχι μόνο είναι αδύνατον να ανακοπεί, αλλά και «απογυμνώνει» την αιτίαση της πειρατείας εκ μέρους των εταιρειών, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ήδη νέο νομικό πλαίσιο για την πνευματική ιδιοκτησία και τα δικαιώματα αναπαραγωγής.

Κι όμως: Ακούμε περισσότερη μουσική από ποτέ. Γεννιέται περισσότερη μουσική από ποτέ. Στα υπόγεια, στο δρόμο, στα αυτοσχέδια στούντιο... Και ελέω Διαδικτύου φτάνει στ’ αυτιά μας ακαριαία! Και επειδή ο καλλιτέχνης μπορεί να ζήσει χωρίς τη μουσική βιομηχανία, όχι όμως, χωρίς την επαφή με το κοινό, ιδού οι πρόσφατες κινήσεις μερικών αστέρων που επέλεξαν πλευρά.

Πριγκιπικές προσφορές

H Mαντόνα χρωστάει άλλον ένα δίσκο στη Warner και βάζει τέλος στη συνεργασία τους. Εν τω μεταξύ, μόλις υπέγραψε ένα συμβόλαιο μαμούθ, της τάξεως των 120 εκατομμυρίων δολαρίων, με την εταιρεία θεαμάτων Live Nation, η οποία από ’δω και πέρα θα είναι υπεύθυνη για τη διανομή των δίσκων της, την οργάνωση κάθε περιοδείας της και τη διάθεση όλων των προϊόντων της διάσημης ποπ σταρ, από μπλουζάκια μέχρι στυλό! Πριν από τη Μαντόνα, πανικό στη μουσική βιομηχανία προκάλεσε η κίνηση των Radiohead να διαθέσουν το νέο τους άλμπουμ μέσω της ιστοσελίδας τους και να δώσουν λευκή επιταγή στους θαυμαστές τους για το χρηματικό ποσό που θέλουν να ξοδέψουν για την αγορά του! Η ιδέα ξετρέλανε τους Charlatans, οι οποίοι θα δώσουν το νέο τους δίσκο για δωρεάν download μέσω του βρετανικού ραδιοφωνικού σταθμού Xfm.

Στα μέσα του καλοκαιριού, στις 15 Ιουλίου, η βρετανική εφημερίδα Mail On Sunday είχε ως δώρο το ολοκαίνουργιο άλμπουμ του Πρινς, Planet Earth. Τρία εκατομμύρια αναγνώστες ανταποκρίθηκαν στην πριγκιπική προσφορά. Σχεδόν την επόμενη ημέρα, οι Madness ανακοίνωσαν ότι θα κάνουν το ίδιο.

Ο Πίτερ Γκάμπριελ πρότεινε πριν από λίγους μήνες την ιστοσελίδα www.We7.com., μια μουσική υπηρεσία όπου οι χρήστες κατεβάζουν δωρεάν μουσική και οι καλλιτέχνες πληρώνονται από τις διαφημίσεις που φιλοξενούνται στο site. Ποιο ήταν το σκεπτικό του; «Πολλοί δεν θέλουν πια να πληρώσουν τη μουσική τους. Θα δώσουν λεφτά για να πάνε σε συναυλίες ή να κατεβάσουν μουσική για το κινητό τους αλλά η πλειονότητα των ανθρώπων κάτω των 30 δεν θα πληρώσουν για να κατεβάσουν μουσική. Οι καλλιτέχνες θα επιβιώσουν μόνο αν μάθουν να εκμεταλλεύονται τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνει η ψηφιακή μουσική επανάσταση». Ο Μικ Χάκνολ των Simply Red ερμήνευσε διαφορετικά την έννοια της επιβίωσης και αποφάσισε να ιδρύσει το δικό του label, δηλώνοντας ότι «φτάνει πια με την άπληστη μουσική».

Η αύξηση των ανεξάρτητων δισκογραφικών εταιρειών οι οποίες δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη και την Αμερική συνεχίζεται σταθερά. Γνωστά ονόματα είτε φτιάχνουν δικά τους label είτε φεύγουν από την αγκαλιά μεγάλων δισκογραφικών ομίλων για νεοσύστατα label. Πρόσφατα παραδείγματα, ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ και η Τζόνι Μίτσελ οι οποίοι, έπειτα από συνεργασία δεκαετιών με την ΕΜΙ και την Warner αντίστοιχα, προσχώρησαν στην «νεογέννητη» Hear Music της γνωστής αμερικανικής αλυσίδα καφέ, Starbucks!

Τι θα κάνουν οι νέοι δημιουργοί;

Ο Πρινς ναι μεν έδωσε το νέο του άλμπουμ στην βρετανική εφημερίδα Mail On Sunday, βάζοντας παράλληλα στην τσέπη του 500.000 δολάρια, αλλά στον υπόλοιπο κόσμο το Planet Earth κυκλοφόρησε κανονικά στα δισκοπωλεία από την Sony BMG. Γιατί εξαιρέθηκε η Μεγάλη Βρετανία; Η απάντηση είναι: οι 21 συναυλίες του τον Αύγουστο στο Λονδίνο. Δεν είναι μυστικό, άλλωστε, ότι οι καλλιτέχνες δεν πλουτίζουν από τις πωλήσεις των δίσκων αλλά από τα live και η κίνηση του Πρινς ήταν μια ωραιότατη προσυναυλιακή διαφήμιση. Τα μικτά κέρδη της Μαντόνα από την τελευταία περιοδεία της Confessions World Tour, η οποία ξεκίνησε στα τέλη Μαΐου του 2006 και ολοκληρώθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου του 2006 στο Τόκιο, ήταν ιλιγγιώδη: 193,7 εκατομύρια δολάρια.

Το ερώτημα είναι πώς μπορεί ένας νέος καλλιτέχνης να υποστηρίξει τη δουλειά του και να προσελκύσει κοινό στα live του. Οι δισκογραφικές εταιρείες απαντούν, φυσικά, πως είναι αδύνατον να το πετύχουν χωρίς αυτές, και φέρνουν ως παράδειγμα την περίπτωση της Σάντι Τομ. Για όσους δεν γνωρίζουν, η 24χρονη τραγουδοποιός έγινε γνωστή μέσω του Διαδικτύου. Τη συναυλία που έδωσε από το υπόγειο του σπιτιού της μπροστά σε μια web κάμερα, παρακολούθησαν ζωντανά στο MySpace 70 χιλιάδες νέοι. Αμέσως μετά, υπέγραψε με δισκογραφική εταιρεία.

Επίσης, ένα από τα πιο βασικά επιχειρήματα των εταιρειών, είναι πως όταν συρρικνώνεται η δύναμή τους δεν μπορούν να επενδύσουν στους νέους. Υπήρξαν στην ιστορία της μουσικής του 20ού αιώνα, ιδιοφυείς παραγωγοί και στελέχη δισκογραφικών οι οποίοι ανέδειξαν μουσικούς και διαμόρφωσαν ρεύματα σε πολλά είδη, από την τζαζ μέχρι το ροκ. Πόσα ταλέντα όμως δεν βγήκαν ποτέ από την αφάνεια και πόσοι καλλιτέχνες βρήκαν κλειστές τις πόρτες στις εταιρείες τους επειδή δεν γέμιζαν πια τα ταμεία όπως παλαιότερα;

Το αν η δισκογραφική βιομηχανία όπως τη γνωρίζουμε θα επιβιώσει και θα προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα μένει να φανεί. Το μέλλον της, όμως, δεν απασχολεί το κοινό και μάλλον δεν θα έπρεπε να απασχολεί ούτε τους καλλιτέχνες. Ηρθε η ώρα να επικοινωνήσουν μεταξύ τους χωρίς διερμηνείς. Ουσιαστικά και με ευαισθησία. Ναι, η μουσική είναι κοινή αλλά και οι δημιουργοί πρέπει να έχουν δικαίωμα στη ζωή και δυνατότητα να μπορούν να χρηματοδοτήσουν την επόμενη δημιουργία τους.

Η αριθμητική των προβλημάτων

Τα νούμερα των τελευταίων ετών είναι αποκαρδιωτικά:

- Περισσότεροι από πέντε χιλιάδες υπάλληλοι δισκογραφικών έχουν απολυθεί από το 2000. Χιλιάδες δισκοπωλεία έχουν κλείσει στην Αμερική με το 65% των πωλήσεων δίσκων να γίνεται πλέον μέσω καταστημάτων όπως το Wal-Mart.

- Τα νούμερα των πωλήσεων κατρακυλούν διαρκώς. Ενδεικτικά: Τα 10 πιο δημοφιλή άλμπουμ στις ΗΠΑ το 2000 σημείωσαν πωλήσεις 60 εκατομμυρίων. Το 2006, τα αντίστοιχα δέκα πιο δημοφιλή πούλησαν μετά βίας 25 εκατομμύρια αντίτυπα.

- Το πρώτο εξάμηνο του 2007, οι πωλήσεις δίσκων σημείωσαν πτώση σε ποσοστό 19% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Οι πωλήσεις τραγουδιών μέσω του Διαδικτύου σημείωσαν αύξηση 60%.

- Μια από τις πιο πρόσφατες νίκες των δισκογραφικών εταιρειών στον πόλεμο κατά της πειρατείας ήταν το εξοντωτικό πρόστιμο των 220.000 δολαρίων που επέβαλε πριν από λίγες μέρες ομοσπονδιακό δικαστήριο των ΗΠΑ στην Τζέιμι Τόμας, ανύπαντρη μητέρα δύο παιδιών με οικονομικά προβλήματα(!), για παράνομη ανταλλαγή μουσικών αρχείων στο Ιντερνετ.

- Χρυσό συμβόλαιο αξίας 120 εκατομμυρίων δολαρίων υπέγραψε η Μαντόνα με την εταιρεία παραγωγής θεαμάτων Live Nation. Tέλος εποχής για την παραδοσιακή δισκογραφία;"


Άντε βρε...επιτέλους!!!
Να γλιτώσουμε καμιά φορά από την τυραννία της κακογουστιάς των δισκογραφικών, που λειτουργούν με τη λογική του φαστφουντάδικου.
Έβλεπα, σήμερα το μεσημέρι, γνωστό μουσικό παραγωγό, και πρώην τηλεοπτικό σταρ, να υποστηρίζει πως οι δισκογραφικές, σήμερα, δεν επενδύουν σε νέα ταλέντα, γιατί "δεν συμφέρει", κι αρκούνται να μεταπωλούν τα (υπο)προϊόντα των τηλεοπτικών μουσικών (;) "ριάλιτις".
Ε, ώρα είναι, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, η μουσική σκηνή να ξαναγίνει πεδίο τέχνης κι έκφρασης, να φύγουν απ' τη μέση οι κόρακες και τ' αρπαχτικά.
Να ξαναγυρίσουμε στην εποχή, όπου ένα τραγούδι πρώτα τ' αγαπούσε και το μάθαινε ο κοσμος κι ύστερα κυκλοφορούσε στο βινύλιο (cd στα καθ' ημάς).
Σε μια εποχή, όπου οι καλλιτέχνες ήταν εργαζόμενοι, καλοπληρωμένοι κάποιες φορές, αλλά εργαζόμενοι, κι όχι πρίγκηπες της κακογουστιάς.
Σε μια εποχή, όπου υπήρχε χώρος για καλλιτεχνική έκφραση μέσα στον χώρο της μουσικής, όπου η μουσική έβγαινε μέσα από τον κόσμο κι αντανακλούσε τις ανησυχίες, τα θέλω και τις αναζητήσεις του, όπου η μουσική ήταν μια τέχνη.

Α! Παρεμπιπτόντως, αν βρείτε χρόνο, δείτε σε dvd το "ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ", με τους Eντ Χάρις και Ντάιαν Κρούγκερ, σε σκηνοθεσία Ανιέσκα Χόλαντ.
Νομίζω πως πρόκειται για μια εξαιρετική ταινία, για το τι σημαίνει μουσική τέχνη και καλλιτεχνική φύση.

Ο επαναστατικός ρόλος της αστικής τάξης. Μια ιστορική προσέγγιση.

"(…) Βλέπουμε, λοιπόν, πως η ίδια η σύγχρονη αστική τάξη είναι προϊόν μιας πολύχρονης εξέλιξης, μιας σειράς από ανατροπές στον τρόπο παραγωγής και επικοινωνίας.
Καθεμιά απ' αυτές τις βαθμίδες εξέλιξης της αστικής τάξης συνοδευόταν από μια αντίστοιχη πολιτική πρόοδο. H αστική τάξη, τάξη καταπιεζόμενη κάτω από την κυριαρχία των φεουδαρχών αρχόντων, ένοπλη αυτοδιοικούμενη εταιρία μέσα στην κοινότητα, εδώ ανεξάρτητη δημοκρατία της πόλης εκεί τρίτη τάξη που είναι φόρου υποτελής στη μοναρχία, ύστερα, στην περίοδο της μανιφακτούρας, αντίβαρο ενάντια στους ευγενείς στην περι
ορισμένη απ' τους φεουδάρχες μοναρχία ή στην απόλυτη μοναρχία και κύριο στήριγμα των μεγάλων μοναρχιών γενικά, αυτή η αστική τάξη, από τότε που δημιουργήθηκε η μεγάλη βιομηχανία και η παγκόσμια αγορά, κατέκτησε τελικά την αποκλειστική πολιτική εξουσία στο σύγχρονο αντιπροσωπευτικό κράτος. Η σύγχρονη κρατική εξουσία είναι μονάχα μια επιτροπή που διαχειρίζεται τις κοινές υποθέσεις της αστικής τάξης στο σύνολο της. Η αστική τάξη έπαιξε στην ιστορία ένα ρόλο εξαιρετικά επαναστατικό (…)"
 
Καρλ Μαρξ - Φρήντριχ Ενγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Κατά τέλος του 15ου αιώνα, η Αγγλία ήταν μια χώρα που δεν παρουσίαζε καμιά ουσιαστική διαφορά, στον βαθμό ανάπτυξής της, σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Για την ακρίβεια, πολλοί μελετητές υποστηρίζουν πως, κατά την συγκεκριμένη εποχή, και μέσα στο φεουδαρχικό οικονομικοπολιτικό σύστημα, η Αγγλία μάλλον υστερούσε σε όλους τους τομείς: οικονομικούς, πολιτισμικούς, δημογραφικούς και γεωγραφικούς, σε σχέση με κάποιες άλλες χώρες, κυρίως του ευρωπαϊκού Βορρά, αλλά και Νότου ( Γαλλία, Νότια Γερμανία, ιταλικός Βορράς, Κάτω Χώρες), οι οποίες αποτελούσαν «πρότυπο» ανάπτυξης του φεουδαρχικού μοντέλου (CIPOLLA, 1988).
Ωστόσο, κατά την μεταβατική περίοδο, ανάμεσα στον 16ο και 19ο αιώνα, η Αγγλία μεταβλήθηκε σε μια πρωτοπόρο χώρα της πρωτοβιομηχανικής, αλλά και βιομηχανικής, εποχής, γεγονός που την κατέστησε, μέσα σ’ ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, σε μια από τις πλέον αναπτυγμένες ευρωπαϊκ
ές χώρες.
Παρακάτω, θα επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε και να ερμηνεύσουμε ποιες ήταν εκείνες οι ιδιαίτερες ανθρώπινες, αλλά και φυσικές, συνθήκες, που οδήγησαν την Αγγλία «από το περιθώριο του ευρωπαϊκού πολιτισμού», στην πρωτοπορία της βιομηχανικής εποχής, σε σχέση με τι
ς υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Συγκεκριμένα, θα εξετάσουμε τους ιδιαίτερους τρόπους και οργανώσεις παραγωγής που αναπτύχθηκαν, τόσο στον τομέα της γεωργίας, όσο και σ’ εκείνους της μανιφακτούρας και της φάμπρικας, τις αλλαγές στον τομέα του εσωτερικού, αλλά και διεθνούς, εμπορίου, τις κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις που έφεραν, σταδιακά, τους αστούς και τους εμπόρους στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας και άλλαξαν την δομή της φεουδαρχικής ευρωπαϊκής κοινωνίας, την εξαιρετική σημασία της Μεταρρύθμισης για τα ευρωπαϊκά κοινωνικοπολιτικά, αλλά και οικονομικά, πράγματα, καθώς και τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραμάτισαν οι πόλεις, ο αστικός πληθυσμός και οι, κατά την εποχή κοινωνικές τάξεις, έτσι που, ενδεχομένως, να γίνουν περισσότερο εμφανείς οι αιτίες που έφεραν τη Μεγάλη Βρετανία ως πρωταγωνίστρια στο προσκήνιο της νεότερης εποχής.

Από τη φεουδαρχία στον γαιοκτητικό καπιταλισμό.

Στα τέλη του Μεσαίωνα, αλλά και μέχρι τις απαρχές της Βιομηχανικής Εποχής, η ευρωπαϊκή οικονομία ήταν μια, κατά βάση, αγροτική οικονομία. Ωστόσο, ο τρόπος της αγροτικής παραγωγής παρέμενε, εν πολλοίς, πρωτόγονος, ενώ εξαρτιόταν, σε μέγιστο βαθμό, από τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες (POUNDS, 2001). Αν και οι αγρότες δεν τελούσαν άμεσα υπό το καθεστώς της δουλοπαροικίας, η δομή της αγροτικής οικονομίας της μεταβατικής περιόδου ανάμεσα στον 16ο και 19ο αιώνα παρέμενε, για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, φεουδαρχική.
Με τον σταδιακό εκχρηματισμό της οικονομίας, που ξεκίνησε ήδη από την εποχή του ύστερου Μεσα
ίωνα, το μέσο αγρόκτημα έπαυσε να αποτελεί πηγή άμεσης οικονομικής εκμετάλλευσης για τον μεγαλοϊδιοκτήτη φεουδάρχη, ή για την επιχώρια εκκλησιαστική επισκοπή, και μετατράπηκε σε μέσο μιας χρηματικής προσόδου, κυρίως μέσω της ενοικίασης σε μικροκαλλιεργητές.
Ωστόσο, τόσο οι αγρότες – ενοικιαστές, όσο και οι ελεύθεροι αγρότες - μικροϊδιοκτήτες, δεν απηλλάγησαν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, και ειδικά σ’ εκείνες της Ανατολικής Ευρώπης και της Ρωσίας, από το καθεστώς της μεσαιωνικής αγγαρείας. Όφειλαν να απο
δίδουν προς τον τοπικό γαιοκτήμονα, πέραν του ενοικίου σε είδος ή σε χρήμα, φόρους στον τοπικό ηγεμόνα, την εκκλησιαστική δεκάτη καθώς και προσωπική εργασία στα κτήματα του τοπικού γαιοκτήμονα. (HOBSBAWM, 2002), γεγονός που τους καθιστούσε ένα είδος αγροτικού προλεταριάτου, του οποίου η παραγωγή ίσα ίσα που επαρκούσε, κι αυτό όχι πάντα, για την κάλυψη των βασικών βιοποριστικών αναγκών τους.
Ενώ , όμως, το καθεστώς της «δεύτερης περιόδου της δουλοπαροικίας» φαίνεται να εγκαθιδρύεται κατά τον 16ο αιώνα σε όλη την γεωγραφική περιοχή που καλύπτει τον χώρο της ανατολικής, και μέρους της κεντρικής, Ευρώπης, των Βαλκανίων και, ασφαλώς, της Ρωσίας και της Ισπανίας, γεγονός που καθιστά τον αγροτικό πληθυσμό νωθρό κι απρόθυμο να παράγει πέραν των απολύτως απαραιτήτων για την επιβίωσή του και τον ρόλο του γαιοκτητικού καπιταλισμού ανύπαρκτο στις περιοχές αυτές ( BRAUDEL, 1988), η φεουδαρχικού τύπου χρήση της γης, κι επομένως οι κλασικές φεουδαρχικές οικονομικοπολιτικές δομές, καταργείται στην Αγγλία και στις Κάτω Χώρες, ενώ συνεχίζει να υφίσταται, αν και σε περιορισμένο βαθμό, στη Γαλλία.
Ο Marx υποστήριξε πως η δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας προέκυψε από εκείνη της φεουδαρχικής, όταν η τελευταία απελευθέρωσε τα παραγωγικά στοιχεία της πρώτης (MARX, 1978).
Έτσ
ι, όταν οι Άγγλοι αγρότες απελευθερώνονται από τα δεσμά του φεουδαρχισμού, αν και σε αντίθεση με την Γαλλία δεν κατόρθωσαν ποτέ να αποσπάσουν από την αγγλική αριστοκρατία τίτλους ιδιοκτησίας της γης που καλλιεργούσαν, αρχίζουν να λειτουργούν σαν ένα ανεξάρτητο εργατικό δυναμικό, που εμπορεύεται, κατ’ ουσίαν, την προσωπική του εργασία. έχουμε δηλαδή την απαρχή της γαιοκτητικού καπιταλισμού: «Ο ιδιοκτήτης παραχωρεί τη γη του έναντι μισθώματος. Ο καλλιεργητής κάνει τον επιχειρηματία και στο τελευταίο σκαλί είναι ο μισθωτός εργάτης». (BRAUDEL, 1988: 326)
Αυτή, ακριβώς, η αγροτική επανάσταση του 16ου και 17ου αιώνα, είναι εκείνη που θα οδηγή
σει με τη σειρά της στην πρωτοβιομηχανική περίοδο κι επακολούθως στην βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα.
Το τεράστιο αγροτικό προλεταριάτο που δημιουργείται, κυρίως και πρωτίστως στην Αγγλία, ανάμεσα στον 17ο και 18ο αιώνα θα αποτελέσει και την βάση της εργατικής δύναμης των βιοτεχνιών και των βιομηχανιών κατά την μεταστροφή της οικονομίας στην καπιταλιστική βάση και βιο
μηχανική δομή.
Έτσι, σε αν
τίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, η αγγλική γεωργία ήταν σε θέση να επιτελέσει μερικές από τις βασικές λειτουργίες της γεωργίας σε μια εποχή εκβιομηχάνισης: αυξημένη παραγωγή, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφαλής συντήρηση των μη αγροτικών πληθυσμών. δημιουργία ενός μεγάλου εργατικού δυναμικού, το οποίο θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να χρησιμοποιηθεί στις βιοτεχνικές και βιομηχανικές μονάδες. δημιουργία ενός συστήματος συσσώρευσης καπιταλιστικού κεφαλαίου. (HOBSBAWM, 2002)
Σε αντίθεσ
η, όμως, με τις απέραντες γεωργικές εκτάσεις της κεντρικής κι ανατολικής Ευρώπης, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις στην Αγγλία, αλλά και οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι, ήσαν περιορισμένες. Σε συνδυασμό με τα πρωτόγονα μέσα και τρόπους καλλιέργειας της εποχής που καθιστούσαν περιορισμένο το ύψος της παραγωγής, όπως φερ’ ειπείν εκείνο της αγρανάπαυσης, είναι, κυρίως, οι Άγγλοι αγροτοεργάτες, αλλά και καλλιεργητές, εκείνοι που στράφηκαν στην αναζήτηση καινοτομιών και νέων τεχνολογιών, οι οποίες θα αύξαναν την παραγωγή και συνεπώς το κέρδος τους.
Την ίδια εποχή, η ραγδαία άνοδος των Ευρωπαίων εμπόρων είναι εκείνη που θα δώσει την αποφασιστική ώθηση στην καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο απελευθερώνοντας, στον μέγιστο βαθμό, τις παραγωγικές δυνάμεις που κρατούσαν δέσμιες οι φεουδαρχικές οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές δομές.

Από τη
ν αγροτική οικοτεχνία στις βιομηχανοποιημένες μονάδες. Ο ρόλος του εμπορίου και των εμπορικών συντεχνιών.

Η αγροτική οικοτεχνία - βιοτεχνία ήταν ευρύτατα διαδεδομένη και κατά την ύστερη φεουδαρχική περίοδο. Αναρίθμητα μικρά οικογενειακά εργαστήρια, κυρίως στην ύπαιθρο, παρήγαγαν διάφορα αγαθά. Ωστόσο, αυτός ο τρόπος παραγωγής δεν αποσκοπούσε σχεδόν ποτέ στο εμπόριο και στο χρηματικό κέρδος. Τα είδη που παρήγαγαν οι οικογενειακές αυτές μονάδες δεν ήσαν καπιταλιστικά, αλλά κάλυπταν, ως επί το πλείστον, τις πάγιες ανάγκες της οικογένειας που τα παρήγαγε, αλλά και του χωριού. Στις πόλεις, παρ’ όλα αυτά, τα βιοτεχνικά εργαστήρια, που μπορούσαν να παράγουν μεγαλύτερες ποσότητες εμπορεύσιμων αγαθών, ήταν δεσμευμένα από «μικροπρεπείς και επαχθείς» συντεχνιακούς περιορισμούς, που εξυπηρετούσαν μεν τις σκοπιμότητες και τα συμφέροντα της τάξης των μαστόρων και των τεχνιτών, αλλά αποτελούσαν τροχοπέδη σε μια διαρκώς εξελισσόμενη χρηματική οικονομία της εμπορευματοποιημένης αγοράς (POUNDS, 2001).
Για τη
ν δυναμική και δραστήρια τάξη των αστών – εμπόρων αυτή ήταν μια κατάσταση απαράδεκτη.
Ειδικά στην Αγγλία, όπoυ ήδη από την εποχή της Μάγκνα Κάρτα το 1215 έχει δρομολογηθεί μια πολιτική κουλτούρα που προβάλλει τον περιορισμό των αυθαιρεσιών που παρεμποδίζουν, μεταξύ άλλων, τις αστικές κι εμπορικές ελευθερίες και δραστηριότητες, ο Άγγλος αστός – έμπορος, μέσα σ’ ένα αναγεννησιακό πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον, είναι εκείνος που φαίνεται να προσιδιάζει περισσότερο από άλλους στο πρότυπο του κεφαλαιοκράτη: ορθολογικός τρόπος σκέψη, υπολογισμός, επενδύσεις για την μεγιστοποίηση του κέρδους (BRAUDEL, 1988: 312).
Έτσι, η εμπορική συντεχνία, κυρίως στην Αγγλία, αποδίδεται σ’ έναν συνεχή αγώνα για να καθυποτάξει τις, μάλλον αντιδραστικές, συντεχνίες των τεχνιτών. Απευθύνεται στο σύστημα της οικιακής βιοτεχνίας, που, όπως είπαμε, ανθούσε κυρίως στην ύπαιθρο και αποσκοπούσε στη
ν παραγωγή διάφορων αγαθών (σεντόνια, πουκάμισα, έπιπλα, χάμουρα, καλάθια κλπ) για ίδια χρήση (BRAUDEL, 1988) , αναθέτοντας στους μικροπαραγωγούς αυτούς εργασία με το κομμάτι και λειτουργώντας ως μεταπράτης της οικιακής αυτής παραγωγής της υπαίθρου στον αστικό πληθυσμό. Σταδιακά, αποσυνδέεται, έτσι, η παραγωγή της αγροτικής βιοτεχνίας από την ωφελιμιστική πρακτική της και την άμεση σχέση της με τις ανάγκες της οικογένειας και του χωριού και κατευθύνεται προς τον εμπορικό τομέα και τις αστικές αγορές.
Κατά τον HOBSBAWM (2002:36), «και μόνο η ανάπτυξη ενός τέτοιου εμπορίου δημιουργούσε αναπόφευκτα υποτυπώδεις συνθήκες για έναν πρώιμο βιομηχανικό καπιταλισμό».
Έτσι, σταδιακά, περνάμε από την φάση των αναρίθμητων, διάσπαρτων οικογενειακών εργαστ
ηρίων, σ’ εκείνη των εργαστηρίων - βιοτεχνιών που, αν και παραμένουν διάσπαρτα στην ύπαιθρο, συνδέονται μεταξύ τους από την δραστηριότητα των αστών εμπόρων, οι οποίοι αρχίζουν, επιπροσθέτως, να προμηθεύουν σ’ αυτά τόσο τα απαραίτητα, αλλά κι εξελιγμένα, εργαλεία, όσο και τις πρώτες ύλες, έτσι που να μεγιστοποιείται η παραγωγή τους και, ως εκ τούτου, το προσδοκώμενο κέρδος.
Από κει και πέρα, ο δρόμος προς την συγκεντρωμένη βιομηχανία και τα εξαπλωμένα μηχανικά εργοστάσια της βιομηχανικής εποχής είναι ορθάνοιχτος.
Αλλά γιατί η διαδικασία αυτή, της πρώιμης εκβιομηχάνισης, υπήρξε τόσο αποτελεσματική στην Αγγλία, που, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, δεν ήταν κατά την εποχή ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο κράτος, κι όχι σε άλλες, πιο προηγμένες χώρες, όπως η Γαλλία, ή η Ισπανία;

Η σημασία της πολιτικής και πολιτισμικής κουλτούρας.

Η αγγλική πολιτική κουλτούρα, εκφρασμένη και από την πολιτική του βρετανικού Στέμματος, αποθάρρυνε τις αυθαίρετες και περιοριστικές παρεμβάσεις των συντεχνιών των τεχνιτών (CIPOLLA, 1988) και ενθάρρυνε την εμπορική πρωτοβουλία, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο ενός μερκαντιλιστικού οικονομικού περιβάλλοντος, ενώ παράλληλα, από πολύ νωρίς, υπήρξε στην Αγγλία ένα «ελεγχόμενο άνοιγμα των παραδοσιακών ελίτ σε νέες εξουσιαστικές κοινωνικές ομάδες, διατηρώντας, παράλληλα, τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, που αντιπροσώπευαν τις παλαιές τάξεις, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν κι αυτοί συμβάλει στο συνταγματικό έλεγχο της κρατικής εξουσίας» (MULLER, 2000).
Αντίθετα, η πρακτική άλλων χωρών, όπως ας πούμε της Γαλλίας, όπου τα κρατικά, βασιλικά, εργαστήρια, αλλά κι ο ανελαστικός, βασιλικός, γραφειοκρατικός μηχανισμός, αποτελούσαν τροχοπέδη στην περαιτέρω βιομηχανική κι εμπορική ανάπτυξη, ή της Ισπανίας, όπου οι φεουδ
αρχικές δομές παράμεναν εξαιρετικά ισχυρές και δεν επέτρεπαν την είσοδο στις ανώτερες κοινωνικές, κι επομένως εξουσιαστικές, τάξεις στους αστούς εμπόρους, δεν επέτρεψαν, αρχικά, στην ανερχόμενη αστική – εμπορική τάξη να εκφράσει απρόσκοπτα τον δυναμισμό της στους τομείς της παραγωγής και της οικονομίας.
Με τ
ον τρόπο αυτόν, ενώ στην Αγγλία οι φεουδαρχικές δομές κατέρρεαν, απελευθερώνοντας τις παραγωγικές και οικονομικές εκείνες δυνάμεις που θα οδηγούσαν στο βιομηχανικό μοντέλο, στις περισσότερες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, με εξαίρεση ίσως τις Κάτω Χώρες, είτε η κεντρική εξουσία που αντιπροσώπευε το Παλαιό Καθεστώς της γαιοκτητικής αριστοκρατίας αντιδρούσε αποφασιστικά στην άνοδο της αστικής, εμπορικής τάξης, είτε υπήρχε ένα πισωγύρισμα στις πιο αντιδραστικές μορφές του φεουδαρχικού μοντέλου, όπως συνέβη στην Ρωσία και στην Πολωνία, όπου επανέκαμψε δριμύ το καθεστώς της δουλοπαροικίας. Λέει επ’ αυτού, χαρακτηριστικά, ο HOBSBAWM (2002:50):
Αλλά οι κατάλληλες συνθήκες υπήρχαν εμφανώς στη Βρετανία, όπου είχε περάσει περισσότερο από ένας αιώνας από τότε που για πρώτη φορά ένας βασιλιάς είχε επίσημα δικαστεί και εκτελεστεί από το λαό του, και από τότε που το ιδιωτικό κέρδος και η οικονομική ανάπτυξη είχαν θεωρηθεί ως ύψιστοι στόχοι της κυβερνητική πολιτικής.
Πέ
ραν αυτών, στον δρόμο της εκβιομηχάνισης φαίνεται πως η Μεγάλη Βρετανία κατείχε δυο πολύ καίρια πλεονεκτήματα, σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες της εποχής: ήταν διατεθειμένη να ερευνήσει και να υιοθετήσει επαναστατικές καινοτομίες και αλλαγές στο τρόπο της παραγωγής και της οικονομίας και διέθετε, σαν μια παγκόσμια ναυτική δύναμη, μια, εν δυνάμει, αστείρευτη αγορά καταναλωτικών αγαθών (POUNDS, 2001), καθώς και μια ξεχωριστή ικανότητα, ένα εμπορικό δαιμόνιο, να εκμεταλλεύεται, σχεδόν πάντα προς όφελός της, κάθε κρίση, ή ευκαιρία, που, κατά καιρούς, προέκυπτε στον τομέα του διεθνούς εμπορίου. Φερ’ ειπείν, ο τομέας της παραγωγής μαλλιού και της υφαντουργίας αποτελούσε ανέκαθεν την αιχμή της βρετανικής παραγωγής και του εξαγωγικού της εμπορίου. Αν και η ποιότητα του βρετανικού μαλλιού ήταν άριστη, εκείνη των προϊόντων της βρετανικής υφαντουργίας υπολειπόταν πολύ σε σχέση με εκείνη άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως της Ιταλίας. Ωστόσο, οι Βρετανοί κατόρθωσαν να καταλάβουν ένα μερίδιο της διεθνούς αγοράς των υφασμάτων, ενώ, μετά την κατάρρευση της ιταλικής υφαντουργίας τον 16ο αιώνα και την πτώση της παραγωγής στην περιοχή της Φλάνδρας, τα προϊόντα της βρετανικής υφαντουργίας κατακυριάρχησαν στην ευρωπαϊκή αγορά, κυρίως λόγω του χαμηλού κόστους κι όχι της ποιότητας. Το βρετανικό κράτος έστρεψε, τότε, τους εθνικούς πόρους προς τον τομέα της υφαντουργίας, ενώ πάρα πολλές καλλιεργήσιμες εκτάσεις μετατράπηκαν σε βοσκότοπους για να εξυπηρετηθεί ο υφαντουργικός κλάδος.
Αυτός, ακριβώς, ο κρατικός βρετανικός προσανατολισμός προς μια διαρκώς αυξανόμενη μαζική παραγωγή ενός προϊόντος, και όχι μιας πρώτης ύλης, με στόχο, κυρίως, το εξαγωγικό εμπόριο, σηματοδοτεί την γένεση μιας καταναλωτικής κοινωνίας, χαρακτηριστική του καπιταλιστικού οικονομικοκοινωνικού μοντέλου, αλλά και μια ανοδική εξέλιξη των εισοδημάτων μιας ευρείας κοινωνικής ομάδας (TOPOLSKI, 2000), που θα μεταβληθεί, σταδιακά, στη λεγόμενη μεσαία τάξη του, πρώιμου κατά την εποχή, καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και με τον δυναμισμό της θα οδηγήσει, πρωτίστως την Μεγάλη Βρετανία, αλλά και συνακολούθως ολόκληρη την Ευρώπη, στην βιομηχανική εποχή.
Αλλ
ά εκεί που η Μεγάλη Βρετανία φαίνεται να κάνει την μεγάλη διαφορά, σε σχέση με τι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, είναι ο κατ’ εξοχήν βιομηχανικός τομέας, εκείνος, δηλαδή, της μεταλλουργίας. Αν και η μεταλλουργία ήταν ένας κλάδος ευρέως διαδεδομένος σε ολόκληρη σχεδόν την ευρωπαϊκή ήπειρο, η Αγγλία είναι ο τόπος εκείνος όπου θα παρατηρηθεί μια παραγωγική πρωτοπορία, τόσο στο θέμα των καινοτομιών και της τεχνολογίας, όσο και στον τρόπο παραγωγής.
Ελλείψει φυσικών πόρων, μια που η μεταλλουργία απαιτούσε τεράστια αποθέματα καυσόξυλου τα οποία η Μεγάλη Βρετανία δεν διέθετε, οι Βρετανοί στράφηκαν από πολύ νωρίς, τόσο στον τομέα της τεχνολογικής προόδου για τον εξευγενισμό των μετάλλων, όσο και στην χρήση ενός φυσικού πόρου που διέθεταν σε αφθονία: του γαιάνθρακα. Έτσι, για πρώτη φορά στην Αγγλία το 1709, θα επιτευχθεί η χρήση του γαιάνθρακα στις υψικαμίνους και στην Αγγλία, επίσης, θα εφευρεθεί ο αντα
νακλαστικός κλίβανος, το 1780, που θα λύσει το πρόβλημα του εξευγενισμού του σιδήρου. Στην ίδια αυτή χώρα, στα μέσα του επόμενου αιώνα, θα αναπτυχθεί η μέθοδος της παραγωγής του χάλυβα.
Η αγγλική αυτή εφευρετικότητα είναι χαρακτηριστική της δυναμικής του αγγλικού λαού και της ακλόνητης επιθυμίας του να βρίσκει συνεχώς νέους τρόπους για να αυξάνει την απο
τελεσματικότητα της βιομηχανικής του παραγωγής και, συνακολούθως, τα εμπορικά του κέρδη. Πέρα από τις καινοτομίες που εφηύραν στον τομέα της μεταλλουργίας, οι Άγγλοι είχαν ήδη επινοήσει επαναστατικές τεχνικές και τεχνολογικές καινοτομίες στον τομέα της παραγωγής βαμβακερών και λινών υφασμάτων, αλλά και αργότερα, όταν η βιομηχανία θα στραφεί προς την ενέργεια του ατμού, και πάλι θα πρωτοπορήσουν με την ατμομηχανή του Βατ (1770) που θα έχει σημαντικές επιπτώσεις, όχι μόνον στον τομέα της βιομηχανίας, αλλά και σ’ εκείνους των σιδηροδρόμων και της ναυσιπλοΐας (POLLARD, 2001).
Μέσα
σε λιγότερο από 150 χρόνια, η Αγγλία εξελισσόταν σε μια από τις πλέον προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ, για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες για τεχνολογικές καινοτομίες, η γραφή και η ανάγνωση εξαπλώνονταν με ταχύτατους ρυθμούς ανάμεσα στον πληθυσμό (CIPOLLA, 1988: 363), σε αντίθεση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές, ηπειρωτικές χώρες, όπου η μόρφωση κι η εκπαίδευση ήταν αποκλειστικό προνόμιο του κλήρου, των ευγενών και των μελών των συντεχνιών των τεχνιτών.
Ο CIPOLLA (1988:368) αναγνωρίζει, με την σειρά του, δύο κύρια χαρακτηριστικά των Βρετανών, που οδήγησαν την Αγγλία στην βιομηχανική πρωτοπορία: «μια πρωτοφανής πολιτισμική δεκτικότητα και μια εξίσου εκπληκτική ικανότητα να αντιδρούν αποφασιστικά στις δυσκολίες των περιστάσεων και να τις μετατρέπουν σε σημεία εκκίνησης νέων εξελίξεων και νέων συγκριτικών πλεονεκτημάτων».

Ο ρόλος των κοινωνικών τάξεων και της θρησκευτικής ηθικής.

Ωστόσο, η αύξηση των μονάδων παραγωγής, η παροχέτευση εθνικών κεφαλαίων προς επιθετικούς βιομηχανικούς κλάδους, καθώς και η συσσώρευση ιδίων κεφαλαίων σε βιομηχανικές μονάδες δεν θα ήταν αρκετή για να οδηγήσει στην ραγδαία εκβιομηχάνιση της Μεγάλης Βρετανίας. Μια τέτοια εξέλιξη προϋπέθετε την ύπαρξη ενός μεγάλου, και χαμηλόμισθου, εργατικού δυναμικού, καθώς και την ύπαρξη και απρόσκοπτη λειτουργία ενός εσωτερικού, αλλά και εξωτερικού, συστήματος συγκοινωνιών και μεταφοράς εμπορευμάτων.
Σε ό,τι
αφορά την δημιουργία ενός μεγάλου και χαμηλόμισθου εργατικού δυναμικού, έχουμε ήδη αναφερθεί στο πλήθος του αγροτοεργατικού προλεταριάτου, το οποίο εύκολα μπορούσε να μεταστραφεί σε βιομηχανικό, εφόσον στην Αγγλία, για πρώτη φορά, η βιομηχανική παραγωγή αποσυνδέθηκε από την γεωργική.
Έτσι, σε συνδυασμό με την σταθερή δημογραφική άνοδο που σημειώθηκε στο ευρωπαϊκό χώρο καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ανάμεσα στον 16ο και 19ο αιώνα, δημιουργήθηκε η κρίσιμη εκείνη μάζα του εργατικού προλεταριάτου που, αποκομμένη από τα, ελάχιστα έστω, μέσα παραγωγής που κατείχε στην ύπαιθρο, μετατρέπεται στον μοχλό στήριξης της κεφαλαιοκρατικής βιομηχανικής παραγωγής, η οποία εκμεταλλεύεται, κατ΄ αρχήν, την υπεραξία της εργασίας του.
Σύμφωνα με τον MARX (1978:741), η Αγγλία αποτέλεσε το κλασικό παράδειγμα αυτού του καπιταλιστικού προτσές.
Πέραν αυτού, ο προτεσταντισμός ,που επιβλήθηκε από πολύ νωρίς στην Αγγλία με την μορφή του αγγλικανισμού και χωρίς να προκαλέσει το εύρος και την ένταση των θρησκευτικών πολέμ
ων που προκάλεσε στην υπόλοιπη Ευρώπη, αφενός προσέφερε την δυνατότητα της δήμευσης της τεράστιας εκκλησιαστικής περιουσίας κι αφετέρου επέφερε μια δραματική αλλαγή στην ηθική της αγγλικής κοινωνίας σε ό,τι αφορούσε την αντιμετώπιση των χαμηλότερων, εξαθλιωμένων, άνεργων, λαϊκών μαζών και των ζητιάνων.
Κι ενώ όλη η Ευρώπη συγκλονιζόταν από θρησκευτικούς πολέμους και εμφύλιες διαμάχες, όπως η γαλλική Σφενδόνη, οι Άγγλοι πουριτανοί κατέστησαν, εύκολα κι σχετικά αναίμακτα, την εργασία, ειδικώς των ανέργων και των ζητιάνων, ως ηθικό πρότυπο, ενώ, αφενός η φτώχεια δαιμονοποιήθηκε και ταυτίστηκε με την οκνηρία και, αφετέρου, απαξιώθηκε η ιδιωτική φιλανθρωπία. Ταυτόχρονα, τα κύματα των προσφύγων από την ηπειρωτική Ευρώπη, συνεπεία των θρησκευτικών πολέμων, εμπλούτισαν το εργατικό και τεχνικό δυναμικό της Μεγάλης Βρετανίας, ενώ ψηφίστηκαν νόμοι περί αναγκαστικής εργα
σίας των φτωχών. Τα διαβόητα άσυλα και πτωχοκομεία της εποχής αποτέλεσαν δεξαμενές, εν δυνάμει, δούλων για τις αστικές βιομηχανικές μονάδες. Αν αναλογισθεί κάποιος πως στην Αγγλία του 1688 επί πληθυσμού 5,5 εκατομμυρίων οι πένητες αγροτοεργάτες και οι αλήτες των πόλεων υπολογίζονται σε, περίπου, 1,4 εκατομμύρια, δηλαδή ποσοστό 24% επί του συνολικού πληθυσμού (HAUTMEYER, 2001), μπορεί εύκολα να αντιληφθεί πόσο συνετέλεσε η προτεσταντική ηθική, με τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε στις πολιτικές πρακτικές για το θέμα των εξαθλιωμένων μαζών, κατά το καπιταλιστικό προτσές της πρωτοβιομηχανικής, αλλά και βιομηχανικής εποχής.

Η σημασία των συγκοινωνιών και του διεθνούς εμπορίου.

Σε ότι αφορά τον τομέα των συγκοινωνιών και του διαμετακομιστικού εμπορίου και πάλι η Μεγάλη Βρετανία πρωτοστάτησε στις ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Κατ’ αρχάς, ευνοήθηκε η αστικοποίηση και η δημιουργία πόλεων κοντά σε βιομηχανικά κέντρα, ή μονάδες εξόρυξης πρώτων υλών, ειδικά γαιανθράκων. Το 30% του αγγλικού πληθυσμού κατοικούσε, ήδη από τον 18ο αιώνα, σε μεγάλες πόλεις των 100.000 κατοίκων, προσφέροντας άφθονο και, κυρίως, συγκεντρωμένο εργατικό δυναμικό στις αστικές βιομηχανικές μονάδες, κάτι που δεν θα συμβεί στις περιοχές της ηπειρωτικής Ευρώπης παρά μόνον κατά τον 20ο αιώνα.
Επιπροσθέτως, η Αγγλία ήταν η πρώτη χώρα με ένα άρτιο κι ολοκληρωμένο οδικό, αρχικά, αλλά αργότερα, μετά το 1830, κι ένα πολύ σημαντικό σιδηροδρομικό δίκτυο, που συνέδεε τους τόπους βιομηχανικής παραγωγής με τα μεγάλα αστικά κέντρα και, κυρίως, με τα λιμάνια της χώρας. Επίσης, κατασκευάστηκαν, κατόπιν προσεκτικού σχεδιασμού, πλήθος συγκοινωνιακών ποταμίων καναλιών, που μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα διέσχιζαν, σχεδόν, όλες τις αγγλικές βιομηχανικές περιοχές.
Έτσι, σε συνδυασμό με την αναμφίλεκτη αγγλική υπεροχή στον τομέα της ναυσιπλοΐας, μειώθηκε δραστικά ο χρόνος των μεταφορών και των ταξιδιών, ενώ μειώθηκε, αντίστοιχα, και το κόστος των προϊόντων, μια εξαιρετική συμβολή στην βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας (PAOUNDS, 2001).
Τέλος, δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε δυο βασικούς παράγοντες που συνετέλεσαν άμεσα στην αγγλική πρωτοπορία της πρωτοβιομηχανικής εποχής.
Ο ένας είναι το αποικιακό εμπόριο, τόσο με τις κτήσεις του Νέου Κόσμου, όσο και με τις Ινδίες, που προσέφεραν στην Μεγάλη Βρετανία μια αστείρευτη πηγή πολύτιμων κι εξωτικών πρώτων υλών, μια πολυπληθέστατη δεξαμενή φτηνού εργατικού δυναμικού, αλλά και παρθένες αγορές διάθεσης των βιομηχανικών της προϊόντων.
Σε αντίθεση, όμως, με τις πρακτικές άλλων χωρών, όπως της Γαλλίας και της Πορτογαλίας, στην Αγγλία, αλλά και στην Ολλανδία, η διαχείριση αυτού του αποικιακού εμπορίου αποτέλεσε ευθύνη εμπορικών εταιρειών και όχι της κεντρικής κρατικής εξουσίας, η οποία, για την περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας, περιορίστηκε σ’ έναν ρόλο εποπτικό.
Ο δεύτερος είναι πως το έδαφος της Μεγάλης Βρετανίας δεν αποτέλεσε ποτέ, κατά την διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που εξετάζουμε, πεδίο πολεμικών συγκρούσεων, αν και η ίδια συμμετείχε σε πλήθος πολέμων, που διεξήχθησαν επί του εδάφους της ηπειρωτικής Ευρώπης με καταστρεπτικά κι ολέθρια αποτελέσματα, τόσο επί των ηπειρωτικών, ευρωπαϊκών, πληθυσμών, όσο και επί των οικονομικών και παραγωγικών δομών των περισσοτέρων χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Σύνοψη.

Συνοψίζοντας, τείνουμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως η αγγλική πρωτοπορία κατά την μεταβατική περίοδο της πρωτοεκβιομηχάνισης οφείλεται, κυρίως, στην ιδιοσυγκρασία, καθώς και στην πολιτική και πολιτισμική κουλτούρα και βούληση των ανθρώπων που συνετέλεσαν στην Βιομηχανική Επανάσταση. Σύμφωνα με τον CIPOLLA (1988:365), « ήταν άνθρωποι τολμηροί και ριψοκίνδυνοι, που όποτε αντιμετώπιζαν κάποιες δυσκολίες, πρόσβλεπαν σε νέους ορίζοντες, κυνηγούσαν τις ευκαιρίες και επαναπροσδιόριζαν την πορεία ανάπτυξης της χώρας».
Επιπροσθέτως, «το ότι η Βιομηχανική Επανάσταση αποτελούσε κύρια και πρωταρχικά ένα κοινωνικοπολιτισμικό και όχι απλά τεχνολογικό φαινόμενο, καθίσταται οφθαλμοφανές, καθώς διαπιστώνει ότι οι πρώτες χώρες που πέρασαν στο βιομηχανικό στάδιο ήταν εκείνες που επιδείκνυαν τις μεγαλύτερες πολιτισμικές και κοινωνικές ομοιότητες με την Αγγλία». (CIPOLLA, 1988: 386)


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μαρξ Κ., Το Κεφάλαιο, μτφ Π. Μαυρομμάτης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978.

Braudel F., Υλικός Πολιτισμός, Οικονομία και Καπιταλισμός (15ος – 18ος αιώνας), μτφ Φ. Δρακονταείδης, επιμ. Κ. Τσιταράκης, εκδ. Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα 1988.

Cipola C. M., Η Ευρώπη πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση, Κοινωνία και οικονομία 1000 – 1700 μ.Χ., μτφ Π. Σταμούλης, επιμ. Β. Παναγιωτόπουλος, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1988.

Hauptmeyer H. C., «Νέες περιθωριακές και κατώτερες τάξεις», στο: Αρβελέρ Ε., Maurice A. (επιμ), ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, μτφ Π. Μπουρλάκης, Σπ. Κακουργιώτης, Κ. Γεωργοπούλου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2000.

Hobsbawm E. J., Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ 1789 - 1848, μτφ Μ. Οικονομοπούλου, β’ ανατ., εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002.

Muller G. M., «Κράτος και πολίτες», στο: Αρβελέρ Ε., Maurice A. (επιμ), ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, μτφ Π. Μπουρλάκης, Σπ. Κακουργιώτης, Κ. Γεωργοπούλου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2000.

Nolte H. H., «Θρησκείες και θρησκεύματα», στο: Αρβελέρ Ε., Maurice A. (επιμ), ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, μτφ Π. Μπουρλάκης, Σπ. Κακουργιώτης, Κ. Γεωργοπούλου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2000.

Pollard S., «Η Οικονομική Επανάσταση», στο: Αρβελέρ Ε., Maurice A. (επιμ), ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, μτφ Π. Μπουρλάκης, Σπ. Κακουργιώτης, Κ. Γεωργοπούλου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2000.

Pounds N. J. G., ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, Η μοντέρνα Ευρώπη, μτφ Μ. Αλεξάκης, Μ. Κονομή, Αμ. Λογιάκη, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2001.

Topolski J., «Η αγορά των αγαθών και των υπηρεσιών», στο: Αρβελέρ Ε., Maurice A. (επιμ), ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, μτφ Π. Μπουρλάκης, Σπ. Κακουργιώτης, Κ. Γεωργοπούλου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2000.

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2007

Εθνικισμός: μια προσέγγιση.

Θα ήταν, ίσως, πιό σωστό να μιλάμε για έναν μεταμοντέρνο εθνικισμό, που ξεπερνά τις μεγαλόστομες διηγήσεις και επικεντρώνεται στην ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητα του κάθε λαού στον χώρο του, στην ιδιοσυστασία δηλαδή των εθνών που συναπαρτίζουν τον ανθρώπινο πολιτισμό, ξεπερνώντας ακόμη κι αυτές τις θετικιστικές, αλλά και μαρξιστικές, προσεγγίσεις. Ο μεταμοντέρνος αυτός εθνικισμός βοηθά στην αντίληψη πως η ιστορία διαμορφώνεται με βάση τις αντιθέσεις, τις συγκρούσεις, αλλά και τις συνθέσεις, όχι μόνον των κοινωνικών τάξεων, των οικονομικών και κοινωνικών δομών και της εργασίας ως βάσης της κοινωνικής συγκρότησης: τονίζεται, σε μια διαφορετική ωστόσο βάση απ' εκείνη του ρομαντικού εθνικισμού, η σημασία της εθνικότητας, της φυλής, της θρησκείας, της ιστορικότητας.
Μολαταύτα, δεν θα πρέπει να γίνονται παρανοήσεις αυτού του μεταμοντέρνου εθνικισμού και των ζευγμάτων που επιχειρεί ανάμεσα στις ίδιες τις εννοιολογικές αντιφάσεις του εθνικισμού και στον "επανορθωτικό" εθνικισμό, που προβάλλεται από την επελαύνουσα λαϊκή ευρωπαϊκή δεξιά.
Με τη λογική αυτή, το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο, που ξεπερνά τους πολιτικούς περιορισμούς του εθνοκράτους, και η συνακόλουθη πολιτική ρύθμιση της Νέας Τάξης, νοούνται ως μια καπιταλιστική φάση ανάπτυξης, η οποία είχε ήδη προβλεφθεί από τον Μαρξ, μια διαδικασία, δηλαδή, καπιταλιστικού μετασχηματισμού. Για κάποιον μελετητή του μαρξισμού, η παγκοσμιοποίηση, αλλά και η πολιτική της Νέας Τάξης, αποτελούν μια απολύτως αναμενόμενη ιστορική εξέλιξη, στο πλαίσιο των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων.
Ο μεταμοντέρνος εθνικισμός, υπ' αυτή την έννοια και ξεπερνώντας ίσως αυτές τις ίδιες τις μαρξιστικές προσεγγίσεις, δεν προβάλλεται ως "μέσον" αποκατάστασης μιας ιστορικής, κοινωνικής και πολιτικής παράδοσης, αλλά ως μια διαφορετική προσέγγιση αντίληψης κι ερμηνείας της σημερινής πραγματικότητας: πράγματι, σε πείσμα των βασικών αρχών του Διαφωτισμού, που προέβαλε εμφατικά το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού και τη θεώρηση της ιστορίας ως "όλον", αλλά και σε πείσμα των μαρξιστικών προσεγγίσεων που προέβαλαν τις ταξικές διαφορές ως κινητήριο μοχλό της ιστορικής εξέλιξης και την εργασία ως θεμέλιο της κοινωνικής συγκρότησης, οι, ευρωπαϊκοί κυρίως, λαοί σήμερα δείχνουν να αντιλαμβάνονται όλο και περισσότερο τη σημασία της εθνικής ιδιοσυστασίας, της θρησκευτικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, την εξέχουσα ιστορική και πολιτισμική σημασία της τοπικής ιδιαιτερότητας και της πολιτισμικής διαφορετικότητας ως ισάξιους παράγοντες της ιστορικής και πολιτισμικής εξέλιξης, μαζί με τις πολιτικο-οικονομικές παραμέτρους.
Κοντολογίς, ο ανθρώπινος πολιτισμός θεωρείται πλέον μέσα από ένα καλειδοσκόπιο, όπου το διεθνές αλληλεπιδρά με το τοπικό και τανάπαλιν, μια προσέγγιση στην οποία ο εθνικισμός, ως πολιτική ιδεολογία κι όχι ως ρομαντικό ιδεολόγημα, κατέχει μια εξέχουσα θέση σαν σύγχρονο εργαλείο ερμηνείας της πραγματικότητας, σαν μια βασική παράμετρος ερμηνείας κι ανάλυσης τοπικών αφηγήσεων, κι όχι σαν αστικο-καπιταλιστικό, αντιδραστικό, δεκανίκι.
Έτσι, είναι νομίζω λάθος να προβάλλουμε τον εθνικισμό αποκλειστικά ως ένα "λάβαρο" αντίστασης απέναντι στον καπιταλιστικό ολοκληρωτισμό και την συνακόλουθη νεοταξική πολιτική ρύθμιση. Μια τέτοια μονομερής προσέγγιση προβάλλει τον εθνικισμό ως μια "επανορθωτική" διαδικασία σε προηγούμενα μοντέλα καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Το σωστό, νομίζω, είναι να δούμε τον εθνικισμό, όπως και τον μαρξισμό, ως "εργαλείο" σκέψης, ανάλυσης κι ερμηνείας της σύγχρονης πραγματικότητας, έτσι που να μπορέσουμε, τελικά, να βρούμε τους τρόπους ουσιαστικής και αποτελεσματικής πολιτικής δράσης ως αντίσταση απέναντι στον επιχειρούμενο νεοταξικό ολοκληρωτισμό και στις νέες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές ανισότητες που φέρνει στο προσκήνιο της ιστορίας.

Στο Πατρικό Σπίτι...


Το δωμάτιο μου η μητέρα το έχει αφήσει άθικτο, όπως ήταν όταν έμενα ακόμα εκεί...

Πάνω στο τζάκι, η μπάμπουσκα που είχε φέρει κάποτε ο Πατέρας απο το Λένιγκραντ στέκει ακόμα μελαγχολική...

Στο σχολείο υπάρχει ένας λόφος με ψηλά πεύκα. Είχα σκοτώσει κάποτε έναν όμορφο κοκκινολαίμη με το αεροβόλο, τον οποίο και βαλσάμωσα...ακόμα με κοιτάει απορημένος....

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

«Η γλώσσα μας είναι ο κόσμος».

Κατά τον 20ο αιώνα, η φιλοσοφική σκέψη μεταπήδησε σταδιακά από τον φιλοσοφικό ιδεαλισμό του 19ου αιώνα, που πρέσβευε τον οντολογικό ολισμό, μια σχεδόν υπερβατική αντίληψη του κόσμου, στον λογικό ορθολογισμό, που υποστήριζε μια φιλοσοφική μέθοδο βασισμένη αποκλειστικά και μόνον στα συμπεράσματα της ανθρώπινης λογικής με βάση τα εμπειρικά δεδομένα.
Για τους αναλυτικούς φιλοσόφους ο φιλοσοφικός τομέας είναι κατά βάση αναλυτικός κι όχι συνθετικός: ο σκοπός της φιλοσοφίας είναι να διατυπώνει με σαφήνεια και διαύγεια τη δεδομένα και τα συμπεράσματα από εξέταση και τη μελέτη των φυσικών φαινομένων κι όχι να διαμορφώνει ένα γενικό θεωρητικό σύστημα, έτσι που κάθε φαινόμενο να βρίσκει μέσα σ’ αυτό τη θέση του, ως αναμενόταν. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Ωστόσο, κοινός τόπος για τις φιλοσοφικές προσεγγίσεις κι αναζητήσεις είναι εκείνος της γλώσσας, το μέσον και ο τρόπος, δηλαδή, που τα φιλοσοφικά υποκείμενα εκφράζουν, αλλά και διαμορφώνουν, την σκέψη και τους στοχασμούς τους.
Ο κομβικός χαρακτήρας της γλώσσας στη φιλοσοφία είναι γενικά παραδεκτός τόσο από τα ιδεαλιστικά, όσο και από τα ορθολογικά φιλοσοφικά ρεύματα.
Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι, κορυφαίος εκπρόσωπος των οποίων υπήρξε ο Λουδοβίκος Βιττγκεστάιν ( L. Wittgenstein, 1889-1951), επιχείρησαν να «αποκαθάρουν» την φιλοσοφική γλώσσα από τις ασάφειες και γενικολογίες που, για τους αναλυτικούς φιλοσόφους, οδηγούσαν σε ασάφειες και παρερμηνείες, έτσι που ο φιλοσοφικός λόγος να είναι απολύτως ακριβής, σαφής και διαυγής κατά την αναφορά στα φυσικά φαινόμενα και την διατύπωση των θεωρημάτων.
Παρακάτω, θα επιχειρήσουμε μια συνοπτική αναφορά ανάμεσα στις διαφορές της ιδεαλιστικής και αναλυτικής φιλοσοφικής μεθόδου, αυτής του λογικού θετικισμού.
Στη συνέχεια, θα παρουσιάσουμε, επίσης συνοπτικά, τις αρχικές θέσεις του Βιττγκεστάιν σε ό,τι αφορά την απεικονιστική θεωρία του «λογικού ατομισμού», που διατυπώθηκε στο έργο του Λογικό-φιλοσοφική Πραγματεία (1921), και θα επικεντρωθούμε στις ύστερες απόψεις του, όπως διατυπώθηκαν στις Φιλοσοφικές Έρευνες (1953), όπου ο ίδιος ο φιλόσοφος ασκεί κριτική στις προηγούμενες θέσεις του, ενάντια στην δυνατότητα μια «ιδιωτικής» γλώσσας.
Τέλος, θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε ποιες ήταν οι συνέπειες που ο στοχασμός του Βιττγκεστάιν επέφερε στη φιλοσοφική σκέψη, ιδιαίτερα σε σχέση με το καρτεσιανό μοντέλο.

Η αναλυτική φιλοσοφία και η κριτική της επί του ιδεαλισμού.

Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, η φιλοσοφική σκέψη επηρεαζόταν, κι ως ένα σημείο κανονιζόταν, από τον έντονο γερμανικό χεγκελιανό ιδεαλισμό: υπάρχει πνεύμα «καθ’ εαυτό» και πνεύμα για τον εαυτό του.
Το
φιλοσοφικό υποκείμενο, διαθέτοντας μια υπόσταση πνευματική που εν τούτοις είναι εγκλωβισμένη μέσα σε μια υλική πραγματικότητα, μπορεί, διαμέσου της διαλεκτικής σκέψης, να αντιληφθεί, αλλά και να εκφράσει με σαφήνεια, όλα εκείνα τα σύνθετα φαινόμενα που περιβάλλουν και χαρακτηρίζουν όχι μόνον τον υλικό κόσμο, αλλά και έννοιες υπερβατικές, μεταφυσικές, που δεν είναι δυνατόν να γίνουν εμπειρικά αντιληπτές. Μόνον έτσι, όταν δηλαδή μπορέσει το φιλοσοφικό υποκείμενο να αντιληφθεί το όλον μέσα στο οποίο είναι ενταγμένα τα φυσικά φαινόμενα, μπορεί το ανθρώπινο πνεύμα να ελευθερωθεί και, πλουσιότερο μέσα από τη φιλοσοφική εμπειρία, να επιστρέψει στην καθ’ εαυτή, ιδεατή, μορφή του, αφού με κάθε βεβαιότητα θα έχει επαληθεύσει τις απαντήσεις στα φιλοσοφικά προβλήματα, μέσα από μια νοησιαρχική, αλλά όχι απολύτως λογική, διαδικασία: «ό,τι είναι λογικό είναι πραγματικό και ό,τι είναι πραγματικό είναι και λογικό».
Οι παραπάνω αντιλήψεις, είναι φανερό, έχουν άμεση αναφορά στον καρτεσιανό δυϊσμό, με την διαφοροποίηση δηλαδή ανάμεσα στον εσώτερο, πνευματικό, εαυτό και τον εξωτερικό, υλικό κόσμο, όπου η βεβαιότητα του υλικού κόσμου πηγάζει μέσα από τη βεβαιότητα της φιλοσοφικής σκέψης καθ’ εαυτής, όπου κάτι «είναι» γιατί δεν μπορεί να «μην είναι». Ωστόσο, ο φιλοσοφικός αυτός ιδεαλισμός, εξακολουθεί να πρεσβεύει την πλατωνική θεώρηση πως στην οντολογική ουσία των πραγμάτων δεν είναι δυνατόν να εισχωρήσει η φιλοσοφική σκέψη, αφού αυτή βρίσκεται πέρα από τη δυνατότητα της ανθρώπινης λογικής και αφορά στις σφαίρες της ενόρασης και της φαντασίας: «η φιλοσοφία από τη σκοπιά αυτή είναι μια μορφή ποιητικής».
Θα διαπιστώσουμε, ίσως, στο τέλος αυτής της μελέτης αν και κατά πόσο, σε τελική ανάλυση, ο φιλοσοφικός στοχασμός, παρά την καθοριστική παρέμβαση των αναλυτικών φιλοσόφων, «επέστρεψε», κατά κάποιον τρόπο, στην «ποιητική», ιδεαλιστική, προοπτική του.
Ωσ
τόσο, κατά τους αναλυτικούς φιλοσόφους (όπως, πέραν του Βιττγκεστάιν, ο Τζ. Μουρ κι ο Μπ. Ράσσελ), η φιλοσοφική γλώσσα δεν μπορεί παρά να αποτυπώνει την ανάλυση μιας λογικής επεξεργασίας της πραγματικότητας, να αποτυπώνει δηλαδή με απόλυτη ακρίβεια και σαφήνεια τις έρευνες και τα πορίσματα που βασίζονται αποκλειστικά πάνω σε μια επιστημονική μεθοδολογία των εμπειρικών δεδομένων.
Η γλώσσα θα έπρεπε, επομένως, να αντανακλά και να υπηρετεί τη λογική δομή του φυσικού κόσμου, εμπεριέχοντας μιαν επίσης απολύτως λογική δομή στην έκφραση και στα νοήματα που διατυπώνει, ή διατυπώνονται μέσω αυτής, δηλαδή μια δομή μαθηματική. Παρ’ όλο που το αίτημα για μια φιλοσοφική γλώσσα με μαθηματική δομή παραπέμπει και στην καρτεσιανή σκέψη, υπάρχουν σαφέστατες διαφορές.
Οι σύνθετες λογικές προτάσεις, κατά τους αναλυτικούς φιλοσόφους, θα πρέπει να μπορούν να επιμερισθούν σε, ωσαύτως, απολύτως λογικές ατομικές προτάσεις, οι οποίες, με τη σειρά τους, θα πρέπει να μπορούν να επιμερισθούν σε απολύτως σαφή ονόματα (λέξεις), έτσι που να μην υπά
ρχει ο παραμικρός κίνδυνος παρερμηνείας ή ασάφειας. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά θα πρέπει, επιπροσθέτως, αυτή η φιλοσοφική – επιστημονική γλώσσα να αποτελεί ένα «ιδεώδες πρότυπο, στο οποίο να προσαρμοσθεί ο άτακτος λόγος της καθημερινής μορφής».
Ο Βιττγκεστάιν, κατά την πρώιμη περίοδο της σκέψης του, έρχεται, ακριβώς, να ενισχύσει και να θωρακίσει καθοριστικά αυτές τις φιλοσοφικές, γλωσσαναλυτικές, προσεγγίσεις.

«Η γλώσσα μας είναι ο κόσμος».

Ο παραπάνω αφορισμός, διατυπωμένος από τον ίδιο τον Βιττγκεστάιν, φαίνεται να καθορίζει τόσο την πρώιμη όσο και την ύστερη περίοδο σκέψης του φιλοσόφου.
Ωστόσο, αρχικά μέσω της Πραγματείας, ο φιλόσοφος διατυπώνει με απολυτότητα τι είναι εκείνο που «μπορεί να λεχθεί» και τι εκείνο που «δεν μπορεί να λεχθεί» στη φιλοσοφική σκέ
ψη, έτσι που ο λόγος να μην καταντά άνευ ουσίας, δηλαδή ανόητος.
Υπογραμμίζεται με έμφαση πως το βάρος αυτής της προσέγγισης δεν αφορά στους γραμματικούς, αλλά στους λογικούς κανόνες της γλώσσας.
Κατά την πρώιμη αυτή περίοδο, ο Βιττγκεστάιν τονίζει μια κάθετη αντιστοιχία μεταξύ του φυσικού κόσμου και της γλώσσας που μετέρχονται οι φιλόσοφοι για να τον περιγράψουν κι ως έναν βαθμό να τον κατανοήσουν. Έτσι, οι σύνθετες προτάσεις απεικονίζουν τα σύνθετα κοσμικά φαινόμενα, οι επιμέρους στοιχειώδεις προτάσεις, που συναποτελούν τις σύνθετες, απεικονίζουν τα ατομικά γεγονότα και τα ονόματα (λέξεις), που συναποτελούν τις στοιχειώδεις προτάσεις, απεικονίζουν τα φυσικά αντικείμενα. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Αυτή η απεικονιστική θεωρία της πρώιμης σκέψης του φιλοσόφου προσδιορίζει απολύτως τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα μπορεί να περιγράψει και να αποδώσει νοήματα, μια γλώσσα με αναφορά κανονιστική και καθολική:
«Η γλώσσα ως εργαλείο επικοινωνίας μπορεί να λειτουργήσει μονάχα με κυριολεκτικές ή κανο
νικές συμμαχίες».
Με τη λογική αυτή, ο φιλόσοφος διακρίνει τρεις περιοχές για τις οποίες η φιλοσοφική γλώσσα «δεν μπορεί να μιλήσει», αφού οι περιοχές αυτές βρίσκονται πέρα από τον χώρο της εμπειρικής πραγματικότητας κι ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποδοθούν κυριολεκτικά νοήματα: τη μεταφυσική, την ηθική και τη θεολογία.
Μια που οι διανοητικές αυτές περιοχές βρίσκονται πέρα από το χώρο της εμπειρικής πραγματικότητας, είναι αυτονόητο, κατά τον πρώιμο συλλογισμό του φιλοσόφου, πως η απεικονιστική φιλοσοφική γλώσσα, που θα πρέπει να μετέρχονται οι φιλόσοφοι, αλλά και όλοι οι λογικοί άνθρωποι, δεν μπορεί να τις προσεγγίσει και να τις περιγράψει, πόσο μάλλον να τις αναλύσει, αφού δεν είναι σε θέση να τις απεικονίσει.
Ως εκ τούτου, κάθε φιλοσοφική πρόταση, που αναφέρεται στις περιοχές αυτές, δεν έχει νόημα, είναι ανοησία.
Από τα παραπάνω προκύπτει εύκολα, νομίζουμε, το βασικό αίτημα της πρώιμης περιόδου του φιλοσ
όφου, πως θα πρέπει να υπάρχει απόλυτη ταυτότητα μεταξύ της δομής της γλώσσας και της πραγματικότητας που αυτή περιγράφει ή αποτυπώνει. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Μπορούμε, δηλαδή, να διατυπώσουμε με ασφάλεια την πρόταση:
« οι περισσότερες μαργαρίτες είναι κίτρινες», αφού έτσι αναφερόμαστε σε μια πραγματικότητα που μπορεί να επαληθευτεί από εμπειρικά δεδομένα και να γίνει ευρέως αντιληπτή από τις αισθήσεις μας, αλλά αν διατυπώσουμε την πρόταση:
« η εκμετάλλευση είναι αδικία», εκφράζουμε μια ηθικολογική κρίση, η οποία στερείται λογικού περιεχομένου, επομένως και νοήματος. Εν προκειμένω, η ηθική μιλά για «ό,τι θα έπρεπε να ισχύει», ενώ ο φιλοσοφικός λόγος θα πρέπει να μιλά, ακριβώς, για «ό,τι ισχύει».
Παρά ταύτα, και παρ’ όλη τη μεγάλη εντύπωση και καθοριστική επίδραση που προκάλεσαν οι πρώιμες φιλοσοφικές απόψεις του Βιττγκεστάιν στη φιλοσοφική κοινότητα της εποχής του – με βάση τις αντιλήψεις του σχηματίστηκε ο φιλοσοφικός «Κύκλος της Βιέννης», η κριτική στις θέσεις αυτές έρχεται πολύ νωρίς, ήδη από τον προλογισμό της πρώτης έκδοσης της Πραγ
ματείας, από τον δάσκαλο του Βιττγκεστάιν, φιλόσοφο Μπ. Ράσσελ:
Ο ισχυρισμός του Βιττγκεστάιν, για την ανάγκη απόλυτης ταυτότητας ανάμεσα στη δομή της γλώσσας και της πραγματικότητας, δεν έχει αναφορά σε δεδομένα και παρατηρήσεις της εμπειρικής πραγματικότητας, αλλά προκύπτει μέσα από ιδεαλιστικούς φιλοσοφικούς στοχασμούς. στην ουσία, η φιλοσοφική πρόταση του Βιττγκεστάιν δεν ακολουθεί τους απεικονιστικούς κανόνες, που η ίδια έχει θέσει ως απαραίτητη προϋπόθεση του φιλοσοφικού λόγου, επομένως στερείται νοήματος: πρόκειται περί άποψης μεταφυσικής, δηλαδή, σύμφωνα με τον ίδιον τον Βιττγκεστάιν, περί ανοησίας! (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Ο Βιττγκεστάιν αποδέχεται την κριτική του Ράσσελ, αν και ξεκαθαρίζει πως στην Πραγματεία καταδεικνύει, απλώς, εκείνα τα οποία «δεν μπορούν να λεχθούν», καθώς και μια μέθοδο σκέψης κι έκφρασης, ένα φιλοσοφικό εργαλείο.
Θα περάσουν σχεδόν τριάντα χρόνια φιλοσοφικών αναζητήσεων, μέχρι που ο ίδιος ο Βιττ
γκεστάιν να διατυπώσει την πιο ριζική και ουσιαστική κριτική πάνω στην ίδια του την πρώιμη φιλοσοφική σκέψη.

Η γλώσσα ως κοινωνικό και επικοινωνιακό εργαλείο.

Στην ύστερη φιλοσοφική διαδρομή του, ο Βιττγκεστάιν αναιρεί την απόλυτη σημασία που προσέδιδε στην κυριολεξία μέσα από την Πραγματεία του.
Μέσα από το έργο του Φιλοσοφικές Έρευνες προκύπτει μια νέα αντίληψη περί γλώσσας, αυτή που αποδίδει εξέχουσα σημασία στην ίδια τη χρήση της γλώσσας, ως εργαλείου για να αποδοθούν νοήματα. Ο φιλόσοφος αναγνωρίζει πως διαφορετικές διανοητικές κοινότητες μετέρχονται διαφορετικού τύπου γλώσσες. Σαν ένας ζωντανός οργανισμός, προϊόν μιας συνεχ
ούς πολιτισμικής εξέλιξης, η γλώσσα είναι δυνατόν να εκφράζει έννοιες και νοήματα πέρα από την απεικονιστική κανονικότητα της επιστημονικής γλώσσας, χωρίς οι μη επιστημονικές - θετικιστικές προτάσεις να στερούνται, απαραιτήτως, νοήματος.
Στη φάση αυτή, ο Βιττγκεστάιν αναγνωρίζει πως η γλώσσα δεν είναι δυνατόν να εκλαμβάνεται υπό μια οικουμενική, μονιστική, λειτουργία, ούτε να εξυπηρετεί απολύτως κι απαρέγκλιτα τους σκοπούς και τις μεθόδους μιας συγκεκριμένης διανοητικής κοινότητας, εν προκειμένω της επιστημονικής.
Άλλες διανοητικές κοινότητες μπορούν να διαμορφώνουν και να λειτουργούν τους δικούς τους επικοινωνιακούς κώδικες, τα δικά τους «γλωσσικά παιχνίδια», έτσι που να μπορούν να διατυπώνουν με σαφήνεια τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα των δικών τους διανοητικών διαδρομών, χωρίς απαραιτήτως να υποτάσσονται στους κανόνες που θέτει η επιστημονική μεθοδολογία και χωρίς, ωσαύτως, οι προτάσεις που διατυπώνουν να στερ
ούνται νοήματος, να είναι δηλαδή ανόητες.
Νοούνται έτσι, πέραν της επιστημονικής, γλώσσες όπως η ηθική, η ποιητική, η θεολογική, η ενορατική κοκ. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Η γλώσσα γίνεται μ’ αυτόν τον τρόπο ένας οργανισμός ανοικτός σε κάθε είδους διανοητικές επιδράσεις, ενώ ο λογικός ατομισμός νοείται πλέον στο επίπεδο των κανόνων της χρήσης, που η κάθε κοινότητα επιλέγει για την γλώσσα που μετέρχεται για να εκφράσει τα νοήματα και τις έννοιες που αντιστοιχούν στο δικό της θεωρητικό μοντέλο κοσμοαντίληψης: «η γλώσσα τώρα νοείται ως ένα σμήνος «ανοικτών εννοιών» (open concepts)».
Με την παραπάνω λογική, ο Βιττγκεστάιν απορρίπτει τη δυνατότητα κάποιου είδους «ιδιωτικής» γλώσσας του ομιλούντος υποκειμένου: η γλώσσα μπορεί πλέον να μην αντανακλά σε κάποιο οικουμενικό κανονιστικό σχήμα, αλλά παραμένει ένας δημόσιος τρόπος επικοινωνίας κι έκφρασης. Το φιλοσοφικό υποκείμενο, εν προκειμένω, δεν εκφράζει κάποιου είδ
ους «εσωτερικό» λόγο, που αφορά στην αποτύπωση μιας απόλυτα ατομικής πραγματικότητας, αλλά το συμπύκνωμα μιας συνθετικής διανοητικής διεργασίας, μέσα στην οποία συναπαντούνται οι θεωρητικές συνισταμένες διαφόρων διανοητικών κοινοτήτων και των νοημάτων που εκφράζουν μέσα από τη χρήση των γλωσσικών τους «παιχνιδιών».
Ως εκ τούτου, η γλώσσα εννοείται δημόσια κι όχι ως αποκλειστικό προϊόν και χρήμα της ατομικής συνείδησης ενός εκάστου. υπάρχει και λειτουργεί ανεξάρτητα, αλλά και σε σχέση, από την ατομική συνείδηση και θέληση του φιλοσοφικού υποκειμένου.
Είναι, νομίζουμε, φανερό πως ο ίδιος ο Βιττγκεστάιν αναιρεί ριζικά την προηγούμενη θέση του γύρω από την απεικονιστική λειτουργία της γλώσσας. Τώρα, φαίνεται να υιοθετεί την άποψη πως η κάθε διανοητική κοινότητα προσδίδει στη γλώσσα που μετέρχεται μια «μορφή ζωής» (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998), η οποία ξεπερνά το ατομικό επίπεδο συνείδησης κι εκφράζει, λίγο πολύ, την καθολική συνείδηση, μέσω της οποίας η εκάστοτε κοινότητα «βλέπει» κι αντιλαμβάνεται τα πράγματα. Πέραν αυτού, τα γλωσσικά αυτά «παιχνίδια» βρίσκονται σε μια σχέση διαρκούς αλληλεπίδρασης κι ετεροκαθορισμού, που αποτυπώνονται σαφώς στην καθ
ημερινή γλώσσα που ο καθένας χρησιμοποιεί, αναλόγως των ενδιαφερόντων, της καλλιέργειας, της μόρφωσης, της ηθικής, της διάθεσής του κοκ. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Το νόημα μιας λέξης, ή μιας πρότασης, αποκτά εξίσου μεγάλη σημασία με την γνώση της ορθής χρήσης της λέξης, ή της πρότασης, προκειμένου να αποδοθεί ο συλλογισμός που το υποκείμενο θέλει να εκφράσει. Αυτό σημαίνει πως το ομιλούν υποκείμενο μπορεί να εκφράσει απολύτως ατομικές, ας πούμε ψυχολογικές, καταστάσεις κι εμπειρίες με τη χρήση όχι μιας ιδιωτικής, αλλά μιας δημόσιας γλώσσας, έτσι που να γίνεται αμέσως αντιληπτή από άλλα άτομα που δεν μοιράζονται την ίδια ψυχική κατάσταση, αλλά μπορούν να εννοήσουν απολύτως αυτήν του ομιλούντος υποκειμένου, έστω κι αν η γλώσσα που μετέρχεται δεν απεικονίζει κάποια αισθητή πραγματικότητα, αλλά απολύτως προσωπικά συναισθήματα.
Η γλώσσα, λοιπόν, κατά την ύστερη φιλοσοφική διαδρομή του Βιττγκεστάιν, δεν εξυπηρετεί κάπ
οια, απόλυτη και κανονιστική, απεικονιστική λειτουργία, αλλά, μάλλον, εκφράζει, ή θα έπρεπε να εκφράζει, με διαύγεια και σαφήνεια εκείνα τα νοήματα που το ομιλούν υποκείμενο θέλει να εκφράσει, ακόμη κι αν αυτά δεν αφορούν σε μια αισθητή πραγματικότητα, ακόμα, δηλαδή, κι αν δεν μπορούν να λεχθούν μέσα από την επιστημονική, θετικιστική, γλώσσα, αλλά μέσα από τη γλώσσα που μετέρχεται κάποια άλλη διανοητική κοινότητα, χωρίς απαραιτήτως να υπάρχουν στη γλώσσα αυτή ανοησίες.
Αντιθέτως, δουλειά των φιλοσόφων, κατά τον Βιττγκεστάιν, είναι να αποκαθάρουν τη γλώσσα, κάθε γλώσσα, από ασάφειες κι αντινομίες, που οδηγούν σε παρερμηνείες και σφά
λματα, μια διαδικασία, δηλαδή, «θεραπείας» της γλώσσας από μια, ενδεχομένως, κακή χρήση, έτσι που να καταστεί δυνατή, όχι η διατύπωση μιας γενικής, κανονιστικής, θεωρίας, αλλά η κατάδειξη των σφαλμάτων και των παραπλανήσεων, που η παραχάραξη των νοημάτων, μέσω της κακής χρήσης της γλώσσας, γεννά.
Τίθεται, λοιπόν, η γλώσσα, στην υπηρεσία της μεθοδολογίας της διαψευσιμότητας κι όχι της επαληθευσιμότητας, πράγμα που επηρέασε καθοριστικά τα, μετά τον Βιττγκεστάιν, φιλοσοφικά ρεύματα, όπως, μεταξύ άλλων, φάνηκε μέσα από τον φιλοσοφικό στοχασμό των Πόππερ, Φεγιεράμπαντ κοκ .

Σύνοψη.

Κατά κάποιον τρόπο, ο Βιττγκεστάιν με την ύστερη φιλοσοφική του σκέψη «επέστρεψε» στην αριστοτελική διαπίστωση για την πολλαπλότητα του νοήματος κάθε λέξης, αναλόγως της χρήσης που γίνεται. (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Με τους αναλυτικούς φιλοσόφους, και ιδιαίτερα με τον Βιττγκεστάιν, η φιλοσοφία διακρίνεται πλέον σε «πρωτογενή», εκείνη δηλαδή που ασχολείται με πρωταρχικές αξίες, ιδέες, γνώσεις, ανάλυση και κατανόηση των φυσικών φαινομένων, και σε «δευτερογενή», εκείνη δηλαδή που ασχολείται με την ηθική, την αισθητική, τη θρησκεία κοκ.
Ωστόσο, το βάρος δίνεται στην ορθή διατύπωση των νοημάτων, στην σωστή χρήση της γλώσσας, κι όχι στην αναζήτηση και διατύπωση, αυτών καθ’ αυτών, των βασικών και θεμελιωδών αρχών, αξιών και εννοιών της «πρωτογενούς» φιλοσοφίας.
Με τον τρόπο αυτόν, το φιλοσοφικό υποκείμενο φαίνεται να απομακρύνεται από τον ουσία του φιλοσοφικού στοχασμού και να περιορίζεται σε μια συνεχή κι ατέρμονη ανάλυση του νοήματος της γλώσσας, καταλήγουν, δηλαδή, κάποιες φορές οι φιλόσοφοι σε γλωσσικούς αναλυτές, εξαντλώντας το φιλοσοφικό τους έργο σε ανούσιες, γλωσσαμυντορικές, φλυαρίες (ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ Θ., 1998)
Ωστόσο, μέσα από την αναλυτική φιλοσοφία προέκυψε μια αναβάθμιση του φιλοσοφικού υποκειμένου, από ένα ατομικό, ενδοσκοπικό, ρόλο, σ’ εκείνον ενός δρώντος υποκειμένου, το οποίο επηρεάζει, αλλά κι επηρεάζεται, άμεσα από την γενικότερη κοινωνική και πολιτισμική κατάσταση μέσα στην οποία βιώνει και λειτουργεί. Μέσα από το πρίσμα αυτό, ο καρτεσιανός δυϊσμός, που διαχώριζε απολύτως το σκεπτόμενο από το υλικό ον, φάνηκε να ξεθωριάζει στη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη κι ο φιλόσοφος να εκλαμβάνεται πλέον ως μέρος μιας ζώσας και διαρκώς μεταβαλλόμενης κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας με την οποία αναπτύσσει σχέσεις αλληλεπίδρασης – κάτι το οποίο έχουμε ξανασυναντήσει, αν και ομολογουμένως υπό διαφορετικό πρίσμα, στην καντιανή φιλοσοφική θεώρηση.
Παρά ταύτα, η αναλυτική φιλοσοφία, και ιδιαίτερα οι ύστερες φιλοσοφικές απόψεις του Βιττγκεστάιν, φαίνεται να οδήγησαν τη φιλοσοφία σε μια «επιστροφή στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα», κάτι που γίνεται αντιληπτό τόσο στην κουνιανή θεωρία των παραδειγμάτων, όσο, ιδιαιτέρως, στον φιλοσοφικό αναρχισμό του Φεγιεράμπαντ, ο οποίος με τον διάσημο αφορισμό του πως στη φιλοσοφία «όλα επιτρέπονται» (anything goes), φαίνεται να επιστρέφει τον φιλοσοφικό στοχασμό προς μια πιο ιδεαλιστική, «ποιητική», κατεύθυνση, όπως νωρίτερα επισημάναμε.

ΒΙΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πελεγρίνης Θ., ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, β’ ανατ., εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998.

Windelband W. – Heimsoeth H., Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας, μτφ. Ν. Σκουτερόπουλος, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Το εθνικιστικό δίλημμα.

Ο νεότερος εθνικισμός, εκείνη δηλαδή η πολιτική πραγματικότητα που γεννήθηκε μέσα από τα συντρίμμια του φεουδαλισμού και θέριεψε μέσα στις επαναστατικές φωτιές της γαλλικής επανάστασης, έκρυβε πάντοτε κι εξακολουθεί να κρύβει ένα μεγάλο δίλημμα.
Εν τη γενέσει του, ο νεότερος εθνικισμός παρουσίαζε ταυτόχρονα ένα προοδευτικό, επαναστατικό, πρόσωπο κι ένα συντηρητικό, αντιδραστικό, προσωπείο.
Η γ
αλλική «Τρίτη Τάξη», το "Nation" της γαλλικής επανάστασης, χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα ως μοχλός για το γκρέμισμα της γαλλικής μοναρχίας και της αυλικής αριστοκρατίας, του περιβόητου ancient regime , μα ταυτόχρονα κι ως όχημα για την άνοδο της νεόκοπης γαλλικής αστικής τάξης, που εποφθαλμιούσε μερίδιο πολιτικής εξουσίας αντίστοιχο με εκείνο της οικονομικής της δύναμης, την συγκατοίκησή της δηλαδή στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας μαζί με τους μονάρχες και την παραδοσιακή «αριστοκρατία του ξίφους».
Όταν ο «στόχος» αυτός επετεύχθη, το γαλλικό Nation, που στο μεταξύ είχε επικίνδυνα ριζοσπαστικοποιηθεί, έγινε επικίνδυνο για την ίδια την αστική τάξη που είχε εγκατασταθεί στην κορυφή της πολιτικής εξουσίας και, ως εκ τούτου, έπνιξε με ευκολία, το 1831, στο αίμα τις λαϊκές εξεγέρσεις του Παρισιού κι αποκατέστησε του Βουρβώνους στον γαλλικό θρόνο.
Στην ίδια λογική κινήθηκε κι ο γερμανικός, ρομαντικός, εθνικισμός.
Αφού
γεννήθηκε ως αντίδραση απέναντι στην ναπολεόντεια επεκτατικότητα, στην πορεία εξυπηρέτησε τον άκρατο σωβινισμό και την στρατοκρατία του Β’ Γερμανικού Ράιχ και κατέληξε στο ναζιστικό έκτρωμα.
Απ’ την άλλη, αυτός ο ίδιος ο εθνικισμός ήταν εκείνος που οδήγησε στην ανεξαρτησία, την εθνική και πολιτική αυτονομία, λαούς όπως, μεταξύ άλλων, ο ελληνικός κι ο βελγικός.
Σήμερα, αυτή η προοδευτική κι επαναστατική διάσταση του εθνικισμού δικαιολογεί και δικαιώνει τον αγώνα των Παλαιστινίων και των Κούρδων αγωνιστών για το δικαίωμά τους στην εθνική και πολιτική αυτοτέλεια και κυριαρχία.
Εν ολίγοις, υπάρχει αυτή η παράξενη διττή φύση, αυτό το περίφημο εθνικιστικό δίλημμα.
Το δικαίωμα των καταπιεσμένων λαών στην αυτοδιάθεση και πολιτική κυριαρχία δεν μπορεί παρ
ά να εκλαμβάνεται ως μια έννοια θετική και προοδευτική.
Το δικαίωμα των ιστορικών εθνών – τον όρο αποδεχόταν τόσο ο Ένγκελς, αλλά αργότερα κι η ίδια η Λούξεμπουργκ – να αντιστέκονται και να προσπαθούν να απαλλαγούν από ξένους δυνάστες και καταπιεστές, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί μια επαναστατική δύναμη στην ιστορική ε
ξέλιξη.
Κι όμως, τη
ν ίδια στιγμή, η ιδεολογία κι η πολιτική πραγματικότητα του εθνικισμού αποτέλεσε το ιδεολογικό «όπλο», την πιο πειστική προπαγάνδα, για τους στρατοκρατικούς και φασιστικούς μηχανισμούς τους τελευταίους δύο αιώνες.
Η
χάλκευση αυτή του εθνικισμού, γέννησε, κατ’ ουσίαν, τα περισσότερα φασιστικά και στρατοκρατικά καθεστώτα της νεότερης ιστορίας, ενώ αποτέλεσε το άλλοθι για την ιμπεριαλιστική πολιτική των, λεγομένων, ισχυρών κρατών του πλανήτη.
Σε μια ακραία εκδοχή της χάλκευσης και της αλλοίωσης το εθνικισμού, οι Η.Π.Α. εμφανίζονται σήμερα να «υπερασπίζονται» τα εθνικά τους δίκαια, τα οποία οι ίδιοι οι Αμερικανοί θεωρούν ότι υπάρχουν σε ολόκληρη την υφήλιο, εξαπολύοντας προληπτικούς (τρομο)πολέμους κατά του «άξονα του κακού», ο οποίος, υποστηρίζουν οι ίδιοι, επιβουλεύεται την
ευημερία και την προκοπή της πατρίδας τους.
Η ελληνική αριστερά, χρόνια τώρα, στέκεται αμήχανη εμπρός στο εν λόγω εθνικιστικό δίλημμα.
Έχοντας περάσει την φάση όπου ο σοσιαλιστικός διεθνισμός μεταφραζόταν αυθαίρετα σ’ έναν επιλεκτικό αντεθνισμό – ο οποίος, ενίοτε, ισοδυναμούσε μ’ έναν ατόφιο ανθελληνισμό – αντιμετωπίζει τώρα κι η ίδια την ουσία του προβλήματος.
Στην εποχή της νεοταξικής λαίλαπας, η εθνικιστική ιδεολογία φαίνεται να αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας, το πιο ισχυρό ιδεολογικοπολιτικό μετερίζι κατά της παγκοσμιοποίησης. Δειλά δειλά, εμφανίζεται δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο ένας ισχυρός αριστερός πατριωτικός πόλος, ο οποίος δείχνει να έχει αντιληφθεί την ανάγκη να συγκεράσει τις άκρες του εθνικιστικού διλήμματος.
Δηλαδή, αν και είναι αναμφίβολο γεγονός ότι τα νεοτερικά έθνη, αλλά κι οι πατρίδες, δεν μπορούν να εννοηθούν σαν αντικειμενικές, υλικές πραγματικότητες, παρά σαν, κυρίως, ψυχονοηματικές και συνειδησιακές καταστάσεις και πραγματικότητες, απ’ την άλλη ο εθνικισμός είναι μια εσωτερική κοινωνική εξέλιξη, μια στοιβαρή πολιτική πραγματικότητα, γέννημα μια ευρύτερης λαϊκής συνειδητότητας.
Τα έθνη είναι υπαρκτές, ζωντανές και δραστήριες πραγματικότητες, κι όχι φαντάσματα ή φαινόμενα, όπως θέλει να τα αντιμετωπίζει, ακόμη και σήμερα, ένα κομμάτι της παλαιοημερολογήτικης ριζοσπαστικής αριστεράς.
Τα έθνη, κι ο εθνικισμός, αποτέλεσαν απότοκα μιας συγκεκριμένης ιστορικοπολιτικής πραγματικότητας και τέθηκαν δίπλα στις κοινωνικές τάξεις στην εξέλιξη του ιστορικού γίγνεσθαι.
Αν και κάποιοι μαρξιστές δεν το ομολογούν, όπου η τάξη συγκρούσθηκε με το έθνος επικράτησε το τελευταίο. Φαίνεται να φοβούνται να ομολογήσουν ότι σε αυτό το ζήτημα, το ζήτημα του εθνικισμού, ίσως να έσφαλλαν, τελικά, μη αντιλαμβανόμενοι όλη την εικόνα. Ένα κομμάτι της ριζοσπαστικής αριστεράς εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με δυσπιστία, αν όχι με φανερή εχθρότητα, τον εθνικισμό, επιμένοντας σε μια ανορθολογική αντιμετώπιση αυτού του ιστορικού φαινομένου, που είναι, όμως, ταυτόχρονα και μια ζωντανή και δραστήρια πολιτική πραγματικότητα.
Κι είναι γνωστό ότι μια σκέψη και θεώρηση ανορθολογική δεν μπορεί ποτέ να είναι σκέψη και θεώρηση σοσιαλιστική.
Αυτό υπήρξε, άλλωστε, κι ένα ολέθριο ιδεολογικό σφάλμα της αριστεράς του τόπου μας, γιατί το έθνος κι ο εθνικισμός θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να νοούνται ως εξίσου προοδευτικές κι επαναστατικές πραγματικότητες κι όχι αντιδραστικά, «φαντασιακά», φαινόμενα, ειδικά σε μια πατρίδα σαν την δική μας όπου το εθνικιστικό συναίσθημα κι ο πατριωτισμός είναι, δικαίως κατά την γνώμη μου, κυρίαρχα και πρωτεύοντα στην συνείδηση του λαού μας. Ούτε κι είναι τα έθνη κι ο εθνικισμός «εργαλεία» του καπιταλισμού, όπως εξακολουθούν να ισχυρίζονται κάποιοι. Αντίθετα, ο καπιταλισμός δεν έχει πατρίδα κι αυτό είναι, περισσότερο από ποτέ, εμφανές στην εποχή μας.
Κάτω απ’ αυτήν την στρεβλή θεώρηση του σοσιαλιστικού διεθνισμού – αν κι ο Μαρξ φαίνεται να εννοούσε τον διεθνισμό ως συναδέλφωση των ιστορικών εθνών κι όχι ως πεισματική άρνηση της ύπαρξής τους και του θετικού ιστορικού τους ρόλου – η αριστερά «χάρισε», για χρόνια ολόκληρα - την έννοια του εθνικισμού στον φασισμό και στην φασιστική καπηλεία του όρου.
Ο εθνικισμός δεν απαντά, ασφαλώς, στα δικαιώματα κάποιας «καθαρής» ή «ανώτερης» ράτσας. Είναι, μάλλον, η συνειδητή απόφαση ενός λαού ότι τα μέλη του συνδέονται με άρρηκτους ιστορικούς και πολιτισμικούς δεσμούς, που υποχρεώνουν την ατομική συνείδηση ενός εκάστου να υποτάσσεται στην εθνική συνείδηση και στην γενική επιθυμία και όραμα ενός τέτοιου λαού να πορευθεί προς ένα κοινό μέλλον ως εθνική οντότητα.
Κοντολογίς, θα πρέπει, ίσως, να δούμε τα νεοτερικά έθνη ως ανεξάρτητα κι αυτόνομα ιστορικοπολιτισμικά κύτταρα μέσα σε μια κοινωνία εθνών τα οποία δεν εντάσσονται σε καμιά αξιολογική κλίμακα «ανώτερων» και «κατώτερων» εθνών.

Φαίνεται πως ήρθε η ώρα η σύγχρονη αριστερή πρωτοπορία να επαναδιατυπώσει την θεώρησή της γύρω από το φαινόμενο και την πολιτική πραγματικότητα του εθνικισμού. Υπερβαίνοντας αγκυλώσεις κι ιδεοληψίες του παρελθόντος θα πρέπει ίσως να δούμε το σύνολο της εικόνας και πώς μπορεί αυτή η έννοια, αυτή η ιδεολογία, του εθνικισμού να ενταχθεί μέσα στο σοσιαλιστικό «παράδειγμα» που στην εποχή μας, φρονώ ότι, είναι αναγκαίο να επαναδιατυπωθεί απαντώντας στους γρίφους και στις προκλήσεις των καιρών, στις ανάγκες, τις ανησυχίες και τα θέλω της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας.
Μόνον έτσι θα μπορούσε, ενδεχομένως, να εξελιχθεί και πάλι η σοσιαλιστική ιδεολογία σε μια ιδεολογία κυρίαρχη, μια ιδεολογία που θα κατέβαινε στην πιο πεζή και καθημερινή πραγματικότητα και θα ξαναγινόταν λαός.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007

Το δίδαγμα του Λάνκαστερ.


Είναι προφανής πλέον, και γνωστός εδώ και πολλές δεκαετίες, ο ρόλος που έχει καθοριστεί για τη χώρα μας μέσα την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κι ο ρόλος αυτός δεν είναι άλλος παρά εκείνος του ξενοδόχου και του ταβερνιάρη.
Αυτό το είδος της οικονομικής ανάπτυξης φαίνεται να ικανοποιεί τους νεοφιλελεύθερους πολιτικούς, που διαχειρίζονται και ρυθμίζουν τις τύχες της πα
τρίδας μας, ενώ η πλειονότητα του ελληνικού λαού παλεύει να ανταπεξέλθει και να επιβιώσει μέσα σ' αυτές τις καπιταλιστικές, νεοφιλελεύθερες μεταμορφώσεις κι ανακατάξεις, κάτω απ' τον συνθλιπτικό τροχό Τζάγκερνατ του κεφαλαίου.
Κι όμως, αυτό που σήμερα συμβαίνει στην πατρίδα μας, έχει ήδη συμβεί στην κοιτίδα του βρετανικού εθ
νικού καπιταλισμού, το πάλαι ποτέ κραταιό Λάνκαστερ, πριν περίπου τριάντα χρόνια.
Με δεδομένη την υστέρηση που παρατηρείται στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην πατρίδα μας σε σχέση με τις, λεγόμενες, προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες, νομίζω θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε την περίπτωση του Λάνκαστερ και να αντλήσουμε, ενδεχομένως, κάποια διδάγματα.

Η βασική αρχή του οικονομικού φιλελευθερισμού, που αποτελεί το κρηπίδωμα του καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης, είναι εκείνη της απόλυτης ελευθερίας της λειτουργίας της αγοράς.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν εσωτερικοί νόμοι που ρυθμίζουν την οικονομική λειτουργία του καπιταλισμού, αλλά πως οι νόμοι αυτοί διαμορφώνονται ελεύθερα, χωρίς κρατική παρέμβαση, πάνω στον θεμελιώδη νόμο της προσφοράς και της ζήτησης.
Αν και, σε γενικές γραμμές, η θέση της φιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας είναι πως δεν νοούνται τελικοί σκοποί για τα οικονομικά συστήματα, υπάρχει ένας απαρασάλευτος σκοπός στην εν γένει λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας: η επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους.
Μια που το καπιταλιστικό μοντέλο της βιομηχανικής ανάπτυξης βασίστηκε, αλλά κι επικαθόρισε, στο φαινόμενο της αστικοποίησης, η οικονομική ζωή των πόλεων αντανακλά, αλλά κι αλληλεπιδρά, τη σύνθετη διαδικασία των καπιταλιστικών μεταμορφώσεων.
Έτσι, όταν ο καπιταλισμός περνά από το στάδιο του ανταγωνιστικού, εθνικού καπιταλισμού των αρχών του 20ου αιώνα, σ’ εκείνο του μονοπωλιακού, διεθνοποιημένου μοντέλου των μέσων του αιώνα αυτού, παρατηρούνται ανάλογες μεταμορφώσεις κι επιπτώσεις στις καπιταλιστικές μητροπόλεις κι εν γένει στις αστικές περιοχές.
Οι επιπτώσεις αυτές μπορούν να χωριστούν σε τρία επίπεδα: στο επίπεδο της χωρικής διαίρεσης της εργασίας, δηλαδή στους τομείς που το εργατικό δυναμικό προσφέρει την εργασία του. στο επίπεδο της χωρικής κατανομής του πληθυσμού, δηλαδή στον τρόπο που οι σχέσεις εργασίας συνδιαμορφώνουν χωρικά τους τόπους κατοικίας του εργατικού δυναμικού. και, τέλος, τον τύπο και τη διαμόρφωση του δομημένου περιβάλλοντος. (BALL M, 2001)
Θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτές οι λειτουργικές αλληλοσυνδέσεις μεταξύ των μεταβολών της οικονομικής και χωρικής ανάπτυξης δεν είναι ξέχωρες από τις κρατικές και πολιτικές παρεμβάσεις.
Παρακάτω, θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε πώς ο καπιταλιστικός μετασχηματισμός του μονοπωλιακού, διεθνοποιημένου μοντέλου ανάπτυξης, επηρέασε άμεσα την παραδοσιακή κι ακμάζουσα, κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, βιομηχανία της ευρύτερης περιοχής του Λάνκαστερ στη Μεγάλη Βρετανία, οδηγώντας την σε μια σταδιακή ύφεση και παρακμή ανάμεσα στις δεκαετίες 1950 - 1980.
Θα επικεντρωθούμε, κυρίως, στις αλλαγές της μορφής συγκέντρωσης του παραγωγικού κεφαλαίου, στους τοπικούς κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς κι αλληλοσυνδέσεις, αλλά και στις διεθνείς παραμέτρους που συντέλεσαν στο φαινόμενο αυτό, επιχειρώντας, τελικά, να κατανοήσουμε καλύτερα πώς οι μεταμορφώσεις της οικονομίας επηρεάζουν, κι εν πολλοίς διαμορφώνουν, άμεσα τους «κύκλους ζωής των πόλεων». (ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ Λ, 2005)

Οι μετασχηματισμοί κι οι μεταμορφώσεις του Λάνκαστερ.

Όταν ο Pounds λέει πως, κατά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων, «τα περισσότερα αδράχτια της Ευρώπης προέρχονται από το Lancashire», αναφέρεται σε μια εποχή όπου στο καπιταλιστικό βιομηχανικό μοντέλο επικρατούσε η μορφή συγκέντρωσης του «επιχειρηματία κεφαλαιούχου», μια μορφή δηλαδή κατά την οποία η σχέση κατοχής της εργασιακής διαδικασίας συνέπιπτε με την οικονομική κυριότητα κι επομένως τη διάθεση των μέσων παραγωγής. Το μοντέλο αυτό υπήρξε κατά βάση απλό: ένας (σπανιότερα και περισσότεροι) κεφαλαιούχος επένδυε ένα αρχικό κεφάλαιο σε μια συγκεκριμένη βιομηχανική παραγωγή, σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο, με συγκεκριμένες εργασιακές σχέσεις και συγκεκριμένο εργατικό δυναμικό, παράγοντας (συνήθως) ένα συγκεκριμένο βιομηχανικό, ανταγωνιστικό, προϊόν, που διοχετευόταν σε μια συγκεκριμένη αγορά, προσδοκώντας το μέγιστο δυνατό κέρδος.
Ήδη, όμως, από την εποχή του ιμπεριαλιστικού, επιθετικού, καπιταλισμού των αρχών του 20ου αιώνα, οι σχέσεις αυτές αλλάζουν.
Σταδιακά, λοιπόν, και μέσα στο πλαίσιο της συνεχούς καπιταλιστικής ανάπτυξης, η ολοκλήρωση του «εθνικού καπιταλισμού» δίνει την θέση της σ’ έναν νέο διεθνοποιημένο καπιταλιστικό σχηματισμό, τον μονοπωλιακό, όπου υπάρχει μια σαφής αποκέντρωση ανάμεσα στις σχέσεις κατοχής και οικονομικής κυριότητας κι η φύση του οποίου «είναι η συγκρότηση κάτω από την αποκλειστική οικονομική κυριότητα ουσιαστικών σύνθετων παραγωγικών μονάδων με εργασιακές διαδικασίες στενά συναρθρωμένες και ενοποιημένες – ενιαία παραγωγή – που τα διάφορα ιδρύματά τους είναι κατανεμημένα σ πολλές χώρες: ενιαία παραγωγή που δεν εμποδίζει, αντίθετα μάλιστα, την ποικιλία σε έτοιμα προϊόντα και που δεν περιορίζεται σ’ ένα μόνο κλάδο». (ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ Ν, 2001, σ:71)
Οι αλλαγές αυτές, όπως είπαμε, δρομολογούνται ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά ειδικά μετά την κορύφωση της, επί πολλά χρόνια σοβούσας, πετρελαϊκής κρίσης το 1970, που θα επιφέρει το τέλος της «χρυσής καπιταλιστική περιόδου» των δεκαετιών 1950 – 1970 και της ευδαιμονίας του φορντισμού, θα επιφέρουν έναν νέο καπιταλιστικό σχηματισμό, εκείνον του νεοφιλελεύθερου τύπου ανάπτυξης των πολυεθνικών, αφού το παλαιότερο μοντέλο δεν απέφερε την προσδοκώμενη απόδοση των επενδυμένων κεφαλαίων.
Η περιοχή του Λάνκαστερ θα επηρεαστεί άμεσα, και θα παρακμάσει, συνεπεία όλων αυτών των καπιταλιστικών μεταμορφώσεων, όχι γιατί χωρικά δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις ένταξής του στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης, αλλά, μάλλον, γιατί μια πληθώρα πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών διαδικασιών έκανε το «τρένο» της νεοφιλελεύθερης βιομηχανικής ανάπτυξης να περνά μεν, αλλά να μην σταματά στην περιοχή αυτή.
Ας δούμε, όμως, πιο αναλυτικά τους μηχανισμούς που επηρέασαν τη διαδικασία του μαρασμού και της παρακμής του Λάνκαστερ στην περίοδο 1950 – 1970.
Στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης της βρετανικής οικονομίας, η ευρύτερη περιοχή του Λάνκαστερ, ένος τόπου που συνδεόταν παραδοσιακά με τους βιομηχανικούς τομείς της υφαντουργίας, των λινολαίων, των πλαστικών και των λιπασμάτων, ήταν ένα από τα «θύματα» της παραγωγικής στροφής προς «την επένδυση και τεχνολογική αλλαγή», δηλαδή την στροφή προς τις τεχνολογίες αιχμής και τις νέες, αυτοματοποιημένες και αποκεντρωμένες, διαδικασίες παραγωγής, καθώς και της «εκλογίκευσης», δηλαδή της μη απασχόλησης μη ειδικευμένου στις νέες τεχνολογίες προσωπικού. ( MURGATROYD L, URRY J, 2001). Πρακτικά, η βιομηχανική βάση της περιοχής του Λάνκαστερ περιλάμβανε, κατά κύριο λόγο, βιομηχανικούς τύπους παραγωγής που, στο πλαίσιο της εθνικής οικονομικής αναδιάρθρωσης, θα παρήκμαζαν και σε εθνικό επίπεδο. Η συσσώρευση του κεφαλαίου γίνεται, πλέον, σε παγκόσμια κλίμακα κι έτσι οι βιομηχανικές μονάδες του, άλλοτε κραταιού, Λάνκαστερ μετατρέπονται σε παραρτήματα, συγχωνεύονται, απορροφούνται ή, απλώς, κλείνουν. Όλα έχουν, εν τέλει, να κάνουν με την επιδίωξη της μέγιστης δυνατής απόδοσης του επενδυμένου, διεθνούς πλέον, παραγωγικού κεφαλαίου.
Το Λάνκαστερ υπήρξε ένας τόπος που βίωσε έναν συγκεκριμένο διεθνή τύπο ανάπτυξης, όπου οι εργασιακές σχέσεις κι οι τύποι παραγωγής διαιρούνται μέσα στον ίδιο τον βιομηχανικό τομέα, στο πλαίσιο της συνεχούς ροής των εσωτερικών ανταλλαγών της παραγωγικής μονάδας. μικρές επενδύσεις στην ελαφρά βιομηχανία με κατώτερη τεχνολογία κι επομένως άντληση σχετικής υπεραξίας από τα χαμηλά ημερομίσθια ενός ελλιπώς εξειδικευμένου προσωπικού. αλλά, ταυτόχρονα, υψηλές επενδύσεις κεφαλαίων σε εξειδικευμένους τομείς, με υψηλή παραγωγικότητα και μεγάλες αποδόσεις. (ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ Ν, 2001)
Με πιο απλά λόγια, το Λάνκαστερ ήταν μια περιοχή όπου, μέχρι το 1950, ανθούσε ο τύπος του εθνικού καπιταλισμού: πολλές, μικρές ή μεγάλες, βιομηχανικές μονάδες κι επιχειρήσεις που ανήκαν, ως επί το πλείστον, σε ντόπιους κεφαλαιοκράτες και βασίζονταν σε παραδοσιακούς εμπορικούς και διαπροσωπικούς δεσμούς.
Κατά τις δεκαετίες, όμως, 1950 – 1980, αναδιαρθρώνεται ριζικά η βρετανική αναπτυξιακή στρατηγική με κατεύθυνση προς το διεθνοποιημένο καπιταλιστικό μοντέλο, οπότε οι βιομηχανικές βάσεις του Λάνκαστερ, που αφορούσαν στο μοντέλο του προηγούμενου τύπου βιομηχανικής ανάπτυξης, είτε έπεσαν στο επίπεδο παραρτήματος, είτε έκλεισαν.
Γιατί, όμως, η περιοχή του Λάνκαστερ δεν επιλέχθηκε ως τόπος στρατηγικών επενδύσεων στον βιομηχανικό τομέα, καίτοι διέθετε ένα ικανό και σχετικά εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό και μια ήδη διαμορφωμένη βιομηχανική βάση, δομή και χωρική ανάπτυξη;
Μερικοί ερευνητές προβάλλουν λόγους πολιτικής και οικονομιστικής σκοπιμότητας.
Η Βορειοδυτική Περιφέρεια αφενός δεν αποτελούσε, με τις δυο εκλογικές της περιφέρειες και την απαθή πολιτική στάση των ψηφοφόρων, υπολογίσιμη πολιτική δύναμη κι αφετέρου η χαμηλή συγκέντρωση του πληθυσμού δεν αποτελούσε επαρκή αγοραστική δύναμη.
Όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία, η περιφέρεια του Λάνκαστερ, καίτοι μια βιομηχανική - εργατική περιφέρεια, δεν «ενίσχυε» σε ικανοποιητικό βαθμό το βρετανικό Εργατικό Κόμμα, ενώ παρουσίαζε σχετικά μεγάλα ποσοστά αποχής από την εκλογική διαδικασία. Αυτό αποδεικνύει, ίσως, «την αναγκαία και ειδική μορφή της παρουσίας του πολιτικού στοιχείου και της ιδεολογίας μέσα στις σχέσεις παραγωγής, κατά την αναπαραγωγή του καπιταλισμού σ’ όλα αυτά τα στάδια». (ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ Ν, 2001, σ:123)
Επιπροσθέτως, οι πατερναλιστικές παραδοσιακές εργασιακές σχέσεις, που είχαν αναπτυχθεί στην περιοχή, κι ο τοπικισμός των κατοίκων, δεν επέτρεψαν στα εργατικά συνδικάτα να αναπτύξουν πιο διεκδικητικές και μαχητικές μορφές εργατικών κινητοποιήσεων και αντιδράσεων στην επιχειρούμενη αποβιομηχάνιση της περιοχής τους (σε αντίθεση με τον ακτιβισμό που επέδειξαν τα εργατικά συνδικάτα άλλων, λιγότερο βιομηχανικά ανεπτυγμένων, βρετανικών Περιφερειών σε ανάλογες προσπάθειες αποβιομηχάνισης), συναινώντας, έτσι, σε συμβιβαστικές και «ρεαλιστικές» λύσεις «κοινής ωφελείας», δηλαδή, κατ’ ουσία, σ’ έναν «λογικό» αριθμό απολύσεων και στην άμεση καταβολή των προβλεπομένων αποζημιώσεων. (MURGATROYD L, URRY J, 2001)
Ωστόσο, μια που το φιλελεύθερο κράτος στο στάδιο του ανταγωνιστικού καπιταλισμού παίζει πάντοτε έναν οικονομικό ρόλο, έστω κανονιστικό στο πλαίσιο της καπιταλιστικής αυτορρύθμισης (ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ Ν, 2001), οι μεταβαλλόμενες τοπικές βιομηχανικές δομές στρέφουν την τοπική κυβέρνηση του Λάνκαστερ προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης του τομέα της παροχής, βιομηχανικών και μη, υπηρεσιών.
Έτσι, σε συνάρτηση με στρατηγικές αποφάσεις της εθνικής κυβέρνησης, που αφορούσαν στους τομείς των μεταφορών, των επικοινωνιών, της εκπαίδευσης και της υγείας, παρατηρείται μια στροφή του εργατικού δυναμικού της περιοχής προς τον τομέα της παροχής υπηρεσιών. Είναι χαρακτηριστικό πως ο αριθμός των απασχολούμενων στους τομείς της «άμεσης» βιομηχανικής παραγωγής έπεσε στην περιοχή του Λάνκαστερ από 6,5 εκατομμύρια κατά το τέλος της δεκαετίας του 1950 σε 5,2 εκατομμύρια το 1975. (MURGATROYD L, URRY J, 2001)
Αναπτύσσεται, λοιπόν, μια νέα βιομηχανία στην περιοχή, εκείνη των υπηρεσιών, κι ως εκ τούτου υπάρχει ζήτηση κι απορρόφηση στα επαγγέλματα υπηρεσιών, δηλαδή σε διοικητικά και οικονομικά στελέχη, επαγγελματίες, υπαλλήλους γραφείων, λογιστές, πωλητές, εκπαιδευτικούς, γιατρούς κοκ.
Αυτές οι μεταβολές, βεβαίως, στη χωρική διαίρεση της εργασίας επηρεάζουν, όπως αναφέραμε και εισαγωγικά, τόσο την χωρική κατανομή του πληθυσμού, όσο και την διαμόρφωση του δομημένου περιβάλλοντος. Έχουμε, λοιπόν, την συγκέντρωση στην περιοχή της παροχής μιας σειράς εξειδικευμένων υπηρεσιών, όπως κέντρων ψυχικής ιατρικής, Πανεπιστήμιων, τουριστικής βιομηχανίας, «ποικίλλων υπηρεσιών» (κινηματογράφων, θεάτρων, εστιατορίων κοκ.) και υπηρεσιών «διανομής», δηλαδή λιανικών πωλήσεων. Επιπροσθέτως, παρατηρείται μια μεγάλη στροφή του εργατικού δυναμικού προς την απασχόληση σε δημόσιες υπηρεσίες, αλλά και στην επιδοτούμενη ανεργία, πράγμα που συνδέει την ύπαρξη και την λειτουργία πλήθους άλλων επιχειρήσεων από εισοδήματα, ή επιδόματα, που παρέχονται μέσω της απασχόλησης στον κρατικό τομέα (MURGATROYD L, URRY J, 2001) και αποδεικνύει πως από τις εκάστοτε βιομηχανικές και οικονομικές δομές, στα διάφορα στάδια των καπιταλιστικών αναπτύξεων, συναρτώνται και οι μετασχηματισμοί του ρόλου του φιλελεύθερου κράτους (ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ Ν, 2001)
Αυτός ο μετασχηματισμός του χαρακτήρα του Λάνκαστερ, από μια κυρίως βιομηχανική ζώνη σε μια ζώνη, κυρίως, παροχής, βιομηχανικών και μη, υπηρεσιών, επηρεάζει όχι μόνον το Λάνκαστερ, αλλά την ευρύτερη περιοχή γύρω απ’ αυτό, αφού οι τοπικές υπηρεσίες και τα διαθέσιμα προϊόντα απευθύνονται σ’ ένα πολύ ευρύτερο κοινό κι ως εκ τούτου εργαζόμενοι και πελάτες μετακινούνται τόσο μέσα, αλλά επίσης από και προς την περιοχή του Λάνκαστερ, είτε για να εργασθούν, είτε για να αγοράσουν και να διαθέσουν προϊόντα. Έχουμε, στην ουσία, μια ευρύτερη προαστιοποίηση της περιοχής. Φαίνεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, πως ο καπιταλισμός, έστω κι αν δεν δεχθούμε την άποψη των Μαρξ και Ένγκελς πως καταστρέφει το περιβάλλον, σίγουρα το διαμορφώνει καθοριστικά.

Σύνοψη

Οι MURGATROYD και URRY, στα συμπεράσματα της μελέτης τους γύρω από το θέμα της αναδιάρθρωσης της τοπικής οικονομίας του Λάνκαστερ, καταλήγουν πως, κατά την δεκαετία 1960 - 1970, «μια νέα, εν μέρει διεθνής, χωρική διαίρεση εργασίας αναπτύχθηκε από την οποία το Λάνκαστερ απέτυχε να ωφεληθεί». (MURGATROYD L, URRY J, 2001, σ:151)
Ωστόσο, μέσα από την προσωπική μας προσέγγιση τείνουμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως ο μετασχηματισμός της οικονομίας κι η αλλαγή του χαρακτήρα του Λάνκαστερ υπήρξε περισσότερο προϊόν κι αποτέλεσμα μιας κεντρικής πολιτικής βούλησης και σκοπιμότητας, στο πλαίσιο των αναδιαρθρωτικών επιλογών της εθνικής οικονομικής στρατηγικής, και λιγότερο αποτέλεσμα μιας καπιταλιστικής «αυτορρύθμισης».
Ο H. KAELBLE υποστηρίζει την άποψη πως, κατά την δεκαετία του 1970, «ο αριθμός των εργατών μειώθηκε. η βιομηχανία αναζητούσε μετανάστες ή γυναίκες, που έτειναν λιγότερο στη διαμόρφωση ενός κοινωνικού περιβάλλοντος» κι ως εκ τούτου «οι οικονομικές βάσεις στις οποίες στηρίζονταν η εργατική τάξη εξασθένησαν», ενώ «η εφαρμογή του κράτους πρόνοιας διαχειριζόταν αποτελεσματικότερα τις ατομικές κρίσεις». (KAELBLE H, 2000, σ: 485)
Όπως αναφέραμε ήδη, η απόλυτη ελευθερία κι η απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς είναι ο βασικός πυλώνας του καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης.
Έτσι, ναι μεν τους οικονομικούς νόμους μέσα στο φιλελεύθερο οικονομικό περιβάλλον τους επιβάλλει η αγορά, πλην όμως το εργατικό δυναμικό αυτής της αγοράς δεν είναι, σχεδόν ποτέ, σε θέση να επιβάλλει νόμους προς το δικό του συμφέρον. Κι αυτή αδυναμία του εργατικού δυναμικού να επιβάλλει κάποιους νόμους, ή έστω όρους, προς την εξυπηρέτηση και προώθηση των ταξικών του συμφερόντων οφείλεται, ασφαλώς, και στην παθητική, μοιρολατρική, στάση που τηρεί ένα μεγάλο, ίσως το μεγαλύτερο, μέρος του εργατικού δυναμικού αυτού, μπρος στον επελεύνοντα καπιταλιστικό ολοκληρωτισμό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Λεοντίδου Λ, ΑΓΕΩΓΡΑΦΗΤΟΣ ΧΩΡΑ, Ελληνικά είδωλα στις Επιστημολογικές Διαδρομές της Ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, εκδ. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Αθήνα 2005.

Πουλαντζάς Ν., ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ, μτφ. Ν. Μηλιόπουλος, Γ. Κρητικός, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα 2001.

BALL M, «Η εκτατική αστική οικονομία», στο: Massey D., Allen J. (επιμ), Η Γεωγραφία Έχει Σημασία!, μτφ. Κ. Παυλογεωργατου, μτφ. ελλ. εκδ. – γλωσσάρι Λ. Λεοντίδου, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2001.

MURGATROYD L, URRY J, «Η αναδιάρθρωση μιας τοπικής οικονομίας: η περίπτωση του Λάνκαστερ», στο: Massey D., Allen J. (επιμ), Η Γεωγραφία Έχει Σημασία!, μτφ. Κ. Παυλογεωργατου, μτφ. ελλ. εκδ. – γλωσσάρι Λ. Λεοντίδου, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2001.

KAELBLE H, «Ο μεγάλος εκσυγχρονισμός», στο: Αρβελέρ Ε., Aymard M., ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, ΝΕΟΤΕΡΗ και ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, μτφ. Π. Μπουρλάκης, Σπ. Κακουργιώτης, Κ. Γεωργοπούλου, β’ ανατ., εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2000.