Πέμπτη, 10 Απριλίου 2008

Εθνικιστικές αμφισημίες και ταυτίσεις.

Την εποχή που ο Ηρόδοτος περιέγραφε την ουσία του ελληνισμού ως «το Ελληνικόν εστί ομόαιμον τε και ομόγλωσσον και θεών ιδρύματα κοινά και θυσίαι ηθεά τε ομότροπα» (Ηρόδοτος, Θ’ 144), η έννοια του αρχαίου έθνους απείχε πολύ απ’ αυτή, που σήμερα εννοούμε κι αντιλαμβανόμαστε, κι αφορούσε περισσότερο, μάλλον, στην καθαρά κοινοτιστική οργάνωση των αρχαιοελληνικών πόλεων-κρατών κι όχι σε μια γενικότερη ιστορική, πολιτισμική και πολιτική κατασκευή, που εγκαλεί τα μέλη της στην υιοθέτηση μιας συλλογικής ταυτότητας. Άλλωστε, η αρχαιοελληνική έννοια του έθνους, παρά το «ομόαιμον» του Ηροδότου, φαίνεται ν’ αφορά περισσότερο σε πολιτισμικούς όρους και λιγότερο σε πολιτικούς: «και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκεν μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας» (Ισοκράτους Λόγοι, Πανηγυρικός).
Σε γενικές γραμμές, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Θ. Καλόμαλος, στην αρχαία Ελλάδα η έννοια της πατρίδας και του έθνους δεν ταυτίζονται, ούτε συμπίπτουν (Θ. ΚΑΛΟΜΑΛΟΣ, 1998).
Παρά ταύτα, η έννοια του έθνους χάνεται μετά το τέλος του αρχαίου κόσμου, με την κατίσχυση του φεουδαρχικού κοινωνικοπολιτικού μοντέλου, για να εμφανιστεί και πάλι, σαν νεωτερική έννοια, κι εν πολλοίς να καθορίσει την νεώτερη ευρωπαϊκή ιστορία.
Παρακάτω, θα περιγράψουμε, κατ’ αρχάς, τις ιστορικές συνθήκες γέννησης του νεώτερου εθνικισμού. Στη συνέχεια, θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε τους λόγους για τους οποίους ο εθνικισμός μπορεί και συνυπάρχει διαχρονικά με άλλες, διαφορετικές, πολιτικές ιδεολογίες, όπως ο φιλελευθερισμός, ο συντηρητισμός, ο σοσιαλισμός κι ο φασισμός.

Ιστορική αναδρομή.

Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν, πως η ιστορική αφετηρία του εθνικισμού, και της πολιτικής πραγμάτωσης του νεώτερου έθνους, θα πρέπει ν’ αναζητηθεί στην περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης (Ν. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, 1996).
Aπ' τα τέλη του 18ου αιώνα, συνεπεία, κυρίως, της πρώτης Βιομηχανικής Επανάστασης, οι συσχετισμοί, τουλάχιστον στο οικονομικό επίπεδο, άλλαξαν δραματικά, με τους Ευρωπαίους αστούς να διεκδικούν δυναμικά τη "συγκατοίκησή" τους στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας και τη νομή της πολιτικής εξουσίας μαζί με τους ευγενείς και τους μονάρχες.
Για να επιτευχθεί αυτό, θα έπρεπε, μοιραία, να τεθούν σε αμφισβήτηση τα κεκτημένα δικαιώματα του Παλαιού Καθεστώτος (ancient regime) και να αναγνωρισθούν άλλα στην ανερχόμενη αστική τάξη• η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη.
Έτσι, η διαδικασία, που θα έφερνε τους αστούς στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας, ξεκίνησε από τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, πέρασε μέσα από την βασιλεία του Ναπολέοντα Α’, την παλινόρθωση των Βουρβόνων και την Ιερή Συμμαχία, τα επαναστατικά κινήματα του 1820 και 1830 και ολοκληρώθηκε, σύμφωνα με τον Άγγλο ιστορικό Ε. Χομπσμπάουμ (E.J.Hobsbawm), με τα επαναστατικά κινήματα του 1848, τη χρονιά της "Άνοιξης των Λαών".
Το ιδεολογικό-πολιτικό υπόβαθρο των επαναστάσεων αυτών είχε προετοιμασθεί από το κίνημα του Διαφωτισμού, και κυρίως του καρτεσιανισμού, όπου η δεσπόζουσα θέση του ανθρωπίνου κριτικού πνεύματος και του ορθολογισμού οδηγεί στην αμφισβήτηση και επανεξέταση των πολιτικών, ηθικών και θρησκευτικών αρχών και αξιών της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Έτσι, δίνεται ο χώρος να παρουσιασθούν και να πρυτανεύσουν δύο κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα, που θα σημαδέψουν τον 19ο αιώνα: ο φιλελευθερισμός, πολιτικός και οικονομικός, και ο εθνικισμός.
Κατ’ αρχήν, ο εθνικισμός είναι γέννημα-θρέμμα της Γαλλικής Επανάστασης. Ο εθνικισμός ήταν μια καινούρια λέξη και έννοια για την εποχή του. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1798 στο έργο του Ωγκυστέν Μπαρουέλ:
Αναμνήσεις στη συμβολή της ιστορίας του γιακωβινισμού (Ε. ΚΑΜΕΝΚΑ, 1998).
Ο όρος έθνος χρησιμοποιήθηκε, αρχικά, από τους ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης για να περιγράψουν την γαλλική "Τρίτη Τάξη", δηλαδή τους αστούς και τα χαμηλότερα λαϊκά στρώματα της κοινωνικής βάσης και να εξυψώσει τα "εθνικά" της δικαιώματα πάνω από εκείνα του Παλαιού Καθεστώτος.
Στη βάση αυτή, ο "γαλλικός" εθνικισμός νοείται ως μία οικουμενιστική αντίληψη των ανθρώπινων φυσικών και πολιτικών δικαιωμάτων και καταλήγει στην επαναστατική αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών. Βεβαίως, κατά τη διάρκεια της εξαγωγής της Γαλλικής Επανάστασης και κυρίως όταν, μέσω των ναπολεόντειων πολέμων, η Γαλλία αναζητούσε τον δικό της "ζωτικό χώρο", η έννοια του έθνους, σύμφωνα με την "γαλλική" αντίληψη, εμφανίζεται ως εθελούσια συσσωμάτωση ανθρώπων που αναγνωρίζουν ότι ανήκουν σε μια κοινότητα και αποφασίζουν να ζήσουν μαζί.
Οι ιδέες αυτές είναι για τους ευρωπαϊκούς λαούς πραγματικά επαναστατικές, αφού, μάλιστα, συνταυτίζονται με την ιδέα της ελευθερίας, και θα φέρουν μια πραγματική θύελλα ενθουσιασμού στα ευρωπαϊκά "έθνη", που θα συνταράξει την Ευρώπη των ηγεμόνων και της ευρωπαϊκής ισορροπίας.
Ωστόσο, στα πλαίσια του κινήματος της αντιγαλλικής αντίδρασης, κατά την ίδια ναπολεόντεια περίοδο, θα εκφρασθεί και μία άλλη εκδοχή του "γερμανικού" ή ρομαντικού εθνικισμού.
Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, το έθνος αναδεικνύεται από την κοινή γλώσσα, τα κοινά ήθη και έθιμα, την κοινή ιστορία και πολιτισμό και ο καθορισμός του είναι ανεξάρτητος από τη θέληση μεμονωμένων ατόμων• τονίζεται η ιδέα της "εθνικής ψυχής" ή του "πνεύματος του λαού", δηλαδή μιας εθνικής συνείδησης που ενυπάρχει σε κάθε μέλος ενός εθνικού συνόλου.
Ωστόσο, η Γαλλική Επανάσταση δημιούργησε μια τόσο ισχυρή δυναμική και τα κηρύγματά της είχαν τέτοια καταλυτική επίδραση στην ευρωπαϊκή διανόηση, και συνακολούθως στους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, η δε εθνικιστική ιδεολογία παρείχε για την δεσπόζουσα, πλέον, αστική τάξη ένα τόσο στέρεο κι ασφαλές πολιτικό περιβάλλον (καθώς θ’ αναλύσουμε παρακάτω), ώστε "η ιστορία της Ευρώπης από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά είναι η ιστορία της ανόδου του πολιτικού εθνικισμού" (Ε. ΚΑΜΕΝΚΑ, 1998).

Εθνικιστικές αμφισημίες και ταυτίσεις.

Η ίδια η έννοια του νεωτερικού έθνους αφορά, κατά την άποψη πολλών μελετητών, σε μια ψυχονοηματική κατασκευή, σε μια ιστορική και πολιτισμική κατηγορία, που εγκαλεί τα μέλη της στην υιοθέτηση μιας κοινής εθνικής ταυτότητας, επομένως προσδιορίζει σ’ έναν μεγάλο βαθμό τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, αλλά κι έναν κώδικα συμπεριφοράς των μελών της εθνικής συλλογικότητας μέσα στο πολιτικό περιβάλλον του έθνους-κράτους.
Αφού το έθνος δεν υφίσταται σαν μια εξωτερική, υπεριστορική, πραγματικότητα, αλλά είναι, μάλλον, προϊόν μιας συνειδησιακής επιλογής και καλλιέργειας, είναι λογικό ο εθνικισμός να αφορά σε μια ιδεολογία, ή πολιτική θεωρία, πολυσύνθετη, αμφίσημη κι επίδικη (Ν. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, 1996).
Αυτό είναι εμφανές στο γεγονός πως ο εθνικισμός, ανέκαθεν, παρουσιάζει ριζοσπαστικές κι επαναστατικές ταυτόχρονα με συντηρητικές κι αντιδραστικές αιχμές. Λόγου χάριν, το δικαίωμα στην εθνική αυτοδιάθεση και στην πολιτική αυτονομία των λαών (όπως του δικού μας λαού παλιότερα, αλλά και του παλαιστινιακού στις μέρες μας), με βάση την εθνοτική τους ιδιοπροσωπεία, δεν μπορεί παρά να εκλαμβάνεται ως ένα προοδευτικό, κι εν πολλοίς επαναστατικό, αίτημα, ενώ, απ’ την άλλη, η ιδεολογία κι η πολιτική πραγματικότητα του εθνικισμού αποτέλεσε το ιδεολογικό «όπλο», την πιο πειστική προπαγάνδα, για τους στρατοκρατικούς και φασιστικούς μηχανισμούς τους τελευταίους δύο αιώνες. Αυτό συμβαίνει, και θα το εξετάσουμε αναλυτικά πιο κάτω, γιατί ο εθνικισμός χαρακτηρίζεται από μια σημασιολογική ρευστότητα (Ν. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, 1996).
Θα μπορούσαμε, ίσως, να ισχυριστούμε πως ο εθνικισμός είναι, ουσιαστικά, ένα εννοιολογικό κέλυφος, το οποίο συγκροτεί μια πολιτική πραγματικότητα, αλλά λαμβάνει σημασιολογικό περιεχόμενο από το εκάστοτε επικρατούν πολιτικό παράδειγμα. Έτσι, είναι μάλλον η πολιτική συνείδηση ενός εκάστου, αλλά και η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία, εκείνη που επικαθορίζει το είδος, αλλά και την ποιότητα, της εθνικής συνείδησης. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει, λόγου χάριν, τον εθνικισμό ένας άνθρωπος που εμφορείται από σοσιαλιστική πολιτική συνείδηση κι αλλιώς κάποιος που εμφορείται από φασιστική.
Ο Κ. Μαρξ υποστήριξε πως η δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας προέκυψε από εκείνη της φεουδαρχικής, όταν η τελευταία απελευθέρωσε τα παραγωγικά στοιχεία της πρώτης (Κ. ΜΑΡΞ, 1978). Τα παραγωγικά, αλλά και κοινωνικά και πολιτικά, στοιχεία που απελευθερώθηκαν απ’ τις φεουδαρχικές δομές ήσαν οι Ευρωπαίοι αστοί. Κι η αστική αυτή επανάσταση, καθώς είπαμε, κρηπιδώθηκε σε δυο πυλώνες:
στον φιλελευθερισμό και στον εθνικισμό.
Ωστόσο, αν κι ο φιλελευθερισμός αφορούσε στην ατομική ελευθερία, στην αντικατάσταση του υπηκόου απ’ τον πολίτη, στις δημοκρατικές διαδικασίες και τον συνταγματισμό, μετά την κατάρρευση των φεουδαλικών δομών εξέλιπε εκείνο το πολιτικό πλαίσιο, που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη του αστικοκαπιταλιστικού μοντέλου. Κοντολογίς, ο καπιταλισμός είχε την απόλυτη ανάγκη της επίκλησης της ενότητας και συνοχής του έθνους, πρώτον, ως ένα αρραγές περιβάλλον ενότητας μέσα στο οποίο θα μπορούσε να αναπτυχθεί απρόσκοπτα μια φιλελεύθερη, συνταγματική, διακυβέρνηση, αλλά και να λειτουργήσει ο οικονομικός φιλελευθερισμός και, δεύτερον, ως αντιστάθμισμα των ριζοσπαστικών σοσιαλιστικών αιτημάτων, που πρόβαλαν τις ανατρεπτικές, για το καπιταλιστικό μοντέλο, αξίες της ισότητας στον πλούτο και της διεθνούς ταξικής αλληλεγγύης.
Ο εθνικισμός, στην περίπτωση αυτή, του φιλελεύθερου εθνικισμού, λειτουργεί ενωτικά, προβάλλοντας μια υπέρτερη ταυτότητα, την εθνική, η οποία επικαθορίζει και ιεραρχεί κάθε άλλη πολιτική, κοινωνική ή ταξική ταυτότητα (Ν. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, 1996). Έτσι, παραδείγματος χάριν, ο εργάτης κι ο βιομήχανος συνενώνονται, ως έναν βαθμό, κάτω από μια, υπέρτερη, εθνική ταυτότητα, που δεν επιτρέπει τις όποιες ταξικές διαφορές και συγκρούσεις ν’ απειλήσουν την συνοχή και την ενότητα του κυρίαρχου έθνους και, κατ’ επέκταση, την ύπαρξη καθ’ αυτή του έθνους-κράτους. Υπ’ αυτή την έννοια, το έθνος στην νεώτερη εποχή ταυτίστηκε με το κράτος κι η απόλυτη κι αδιαπραγμάτευτη συνοχή, ενότητα και πολιτική κυριαρχία του έθνους, ως οργανική ολότητα, μέσα στα όρια της εδαφικής του επικράτειας θεωρήθηκε αυταξία.
Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως ο εθνικισμός αποτέλεσε ένα κεντρικότατο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής ανάπτυξης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το στάδιο των εθνικών καπιταλισμών.
Έτσι, ο εθνικισμός απάντησε τόσο στα φιλελεύθερα αιτήματα περί ελευθερίας, φυσικών, ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, όσο και στην υλοποίηση ενός πολιτικού περιβάλλοντος, όπου ο συνταγματισμός κι η αντιπροσωπευτική αυτοκυβέρνηση, με τη μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να λειτουργήσει ομαλά κι απρόσκοπτα, υπερβαίνοντας τις όποιες ταξικές διαφορές και συγκρούσεις.
Αυτή, ακριβώς, η δυνατότητα του εθνικισμού να λειτουργεί ως βάση ενσωμάτωσης των υπολοίπων ιδεολογιών στη βάση μιας υπέρτερης ταυτότητας, είναι που οδήγησε και τον συντηρητισμό να ενσωματώσει στην ιδεολογία του εθνικιστικές προσλήψεις, παρά τις όποιες ριζοσπαστικές, κι ενίοτε επαναστατικές, αιχμές της εθνικιστικής πολιτικής θεωρίας.
Τούτο συμβαίνει γιατί ο εθνικισμός, στη ρομαντική του μορφή, αναφέρεται στο ένδοξο παρελθόν και την εγγενή αξία της εθνικής παράδοσης (Ν. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, 1996). Η εθνική ταυτότητα χαρακτηρίζεται από αναφορές στο κοινό ιστορικό παρελθόν, στις συλλογικές μνήμες και τραύματα, στην αξία των πολιτισμικών και ιστορικών παραδόσεων, στη σφυρηλάτηση της εθνικής ενότητας μέσα απ’ τα κοινά ήθη κι έθιμα, που, είτε πατροπαράδοτα είτε κατασκευασμένα, συνάδουν με την συντηρητική αντίληψη για την αυταξία της παράδοσης.
Πέραν αυτών, το εθνικιστικό πολιτικό πλαίσιο, μέσα απ’ τους κρατικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς, προβάλλει το ηρωικό πρότυπο του ένδοξου παρελθόντος και την ανάγκη της υποταγής του ατόμου σε μια γενικευμένη ηθική αρχή, που είναι σχεδόν πάντα ταυτόσημη με την επικρατούσα θρησκευτική ηθική, γεγονός που συνάδει με την συντηρητική αντίληψη της ηθικής ατέλειας του ατόμου και την ανάγκη της υποταγής του σε παραδοσιακά ηθικά πρότυπα και κανόνες. Ο ίδιος ο συντηρητισμός, που εμφανίζεται περισσότερο ως ενσωμάτωση σε όλα τα πολιτικά και κοινωνικά επίπεδα και διαστρωματώσεις, βρίσκει εύφορο έδαφος ανάπτυξης στην εμβληματική προβολή της εθνικής ταυτότητας απ’ την εθνικιστική ιδεολογία, που δεν επιτρέπει στα εθνικά υποκείμενα την υιοθέτηση εξαιρετικά ριζοσπαστικών ή επαναστατικών ιδεολογιών, προς χάριν της ενότητας του έθνους.
Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως αν ο φιλελευθερισμός κι ο εθνικισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους, ο τελευταίος αποτελεί «τον φυσικό σύμμαχο στη διατήρηση της τάξης και την υπεράσπιση των παραδόσεων» του συντηρητισμού (A. HEYWOOD, 2007). Είναι χαρακτηριστική, εδώ, η περίπτωση της συντηρητικής θατσερικής επανάστασης, όπου ο συντηρητικός νεοφιλελευθερισμός «παντρεύτηκε» με την επίκληση για την επιστροφή στις αξίες και στην παράδοση της βρετανικότητας (Α. ΛΙΑΚΟΣ, 2005).
Ο εθνικισμός κατάφερε, με τη σημασιολογική του ρευστότητα, να συνταυτισθεί, ως ένα σημείο, και με τον σοσιαλισμό.
Αυτό ακούγεται, κατ’ αρχάς, παράδοξο, αν αναλογιστεί κάποιος πως η φιλοσοφική πεμπτουσία του σοσιαλισμού, ο διαλεκτικός υλισμός, αλλά και η ιστορική του αντίληψη, ο ιστορικός υλισμός, απορρίπτουν κάθε ιδεαλιστική προσέγγιση, τόσο της κοινωνικής πραγματικότητας, όσο και της ιστορικής εξέλιξης.
Στον πιο γνωστό μαρξιστικό αφορισμό: «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα», οι Μαρξ και Ένγκελς έρχονται να προσθέσουν αμέσως την παραδοχή της πολιτικής πραγματικότητας του εθνικισμού, αποδεχόμενοι στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος (Κ. ΜΑΡΞ – ΦΡ. ΕΝΓΚΕΛΣ, 1965) την ανάγκη το προλεταριάτο να «υψωθεί σε εθνική τάξη», προκειμένου να καταλάβει την πολιτική εξουσία, «να συγκροτηθεί σαν έθνος», αν και όχι με τους όρους και την έννοια της αστικής τάξης.
Η αίσθηση αυτή του «συνανήκειν» δεν έχει εδώ αναφορά σ’ ένα κοινό ιστορικό και πολιτισμικό παρελθόν, αλλά σχετίζεται με το όραμα ενός κοινού, σοσιαλιστικού, μέλλοντος. (Α. ΛΙΑΚΟΣ, 2005). Είναι φανερό πως η εθνικιστική πολιτική θεωρία, ιδωμένη από σοσιαλιστική οπτική, παρέχει και εδώ ένα κρηπίδωμα κοινωνικής ενότητας, μέσα στο οποίο μπορεί να πραγματωθεί και να λειτουργήσει πολιτικά το σοσιαλιστικό ιδεώδες.
Παραπέρα, ο εθνικισμός μπορούσε να υπηρετήσει τις πολιτικές σκοπιμότητες των σοσιαλιστικών καθεστώτων, όπως φάνηκε με τον «σοσιαλισμό σε μία χώρα», δηλαδή τη σταλινική θεωρία που πρόβαλλε την απόλυτη ανάγκη να εδραιωθεί ο σοσιαλισμός πρωτίστως στην ΕΣΣΔ. Αυτός ο ιδιότυπος σοβιετικός εθνικισμός, αν και, κατ’ αρχάς, αντίθετος με την έννοια του προλεταριακού διεθνισμού, ήταν, εν τούτοις, απολύτως χρήσιμος και αναγκαίος για την εδραίωση των νεότευκτων σοβιετικών δομών κι εξουσίας στην ΕΣΣΔ, οπότε ο εθνικισμός υιοθετήθηκε, εδώ, σε καθαρά υπολογιστική και χρησιμοθηρική βάση.
Πέραν αυτών, ο εθνικισμός, που όπως είπαμε έχει και ριζοσπαστικές αιχμές, συνταυτίστηκε με λαϊκά, αντιαποικιακά κι αυτονομιστικά, κινήματα, που ενίοτε βάσιζαν την ιδεολογική τους πλατφόρμα στην σοσιαλιστική ιδεολογία.
Έτσι, ο αγώνας για εθνική αυτοδιάθεση και πολιτική αυτονομία πολύ συχνά συνταυτίστηκε με αιτήματα για κοινωνική και οικονομική ισότητα, ή με ριζοσπαστικές σοσιαλιστικές επαναστάσεις, οι οποίες είχαν ως κύριο σκοπό την απαλλαγή του έθνους από αποικιοκρατικές δυνάμεις, που απομυζούσαν τον εθνικό πλούτο και υπαγόρευαν την εθνική πολιτική. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το σύνθημα του Αργεντινού επαναστάτη Τσε Γκεβάρα, που, ωστόσο, αποτέλεσε εμβληματική μορφή της κουβανέζικης επανάστασης:
«Πατρίδα και Σοσιαλισμός ή Θάνατος».
Είναι, τέλος, πρόδηλη, θα λέγαμε, η δυνατότητα συνταύτισης του εθνικισμού με την φασιστική ιδεολογία.
Μια που ο εθνικισμός είναι μια ιδεολογία, ή πολιτική θεωρία, που προβάλλει την υπέρτατη αξία της εθνικής ταυτότητας και της οργανικής ενότητας του έθνους, είναι πολύ εύκολο να καταλήξει σε εθνοφυλετισμό, που ιεραρχεί τα έθνη φυλετικά, και σε σωβινισμό, που προβάλλει τα ιερά δίκαια και τα πεπρωμένα της φυλής ως ανώτερα και δικαιότερα απ’ εκείνα οποιουδήποτε άλλου έθνους.
Ταυτόχρονα, η επίκληση της ιερότητας του έθνους και της ανώτερης, «καθαρής», εθνικής ταυτότητας, μπορεί πολύ εύκολα να στοχοποιήσει εσωτερικούς κι εξωτερικούς «εχθρούς», που επιβουλεύονται την προκοπή και την ευημερία του έθνους ή απειλούν την καθαρότητά του, κι έτσι, μέσω του καλλιεργούμενου μίσους για τους «άλλους», να σφυρηλατηθεί με ατράνταχτο τρόπο η αίσθηση του συνανήκειν στην εθνική ομάδα. Εδώ, λειτουργεί καίρια η ψυχολογική επιρροή του εθνικισμού, που απευθύνεται στα αισθήματα ανασφάλειας και στα ένστικτα αυτοσυντήρησης των μεσοαστικών στρωμάτων, κατά τις περιόδους όπου η οικονομική ύφεση συναντά την πολιτική κρίση, οπότε ο εθνοτικός εθνικισμός προσφέρει ένα ασφαλές και οικείο καταφύγιο απέναντι στους «άλλους», που ευθύνονται για όλα τα δεινά της φυλής και του έθνους.
Είναι σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, όπου οι πιο αντιδραστικές αιχμές του εθνικισμού συγκροτούν το πολιτικό πλαίσιο ανάπτυξης του φασισμού.

Σύνοψη.

Είδαμε παραπάνω, πώς η σημασιολογική ρευστότητα του εθνικισμού του επιτρέπει να συνταυτίζεται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, με όλες σχεδόν τις πολιτικές ιδεολογίες, κυρίως πάνω στη βάση των πολιτικών ωφελημάτων.
Είναι, νομίζουμε, φανερό, πως ο εθνικισμός, στην νεωτερική εποχή, λειτουργεί ως πρωταρχικό πλαίσιο και συνεκτικός αρμός για την ανάπτυξη οποιασδήποτε άλλης πολιτικής δράσης και πραγμάτωσης. Ορίζοντας έναν ανώτατο κοινωνικό δεσμό και μια υπέρτατη ταυτότητα, που επικαθορίζει κάθε άλλη, ο εθνικισμός δημιουργεί το αναγκαίο, λειτουργικό, πολιτικό περιβάλλον για την πολιτική πραγμάτωση κάθε άλλης πολιτικής ιδεολογίας.
Αυτό είναι, ίσως, που επιτρέπει στον εθνικισμό να επιβιώνει και να συνυπάρχει με όλες σχεδόν τις υπόλοιπες πολιτικές ιδεολογίες.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ Ν., Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ, αμφίσημο σημασιολογικό πεδίο και σύγχρονες τάσεις, εκδ. ΑΝΤ..Ν.ΣΑΚΚΟΥΛΑ, Αθήνα – Κομοτηνή 1996.

ΚΑΛΟΜΑΛΟΣ Θ., «ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ», στο: Εθνικισμός, ο σύγχρονος Ιανός, Πατριωτισμός, Διεθνισμός και Εθνικό Ζήτημα, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1998.

ΛΙΑΚΟΣ Α., Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο;, γ’ εκδ., εκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2005.

ΜΑΡΞ Κ., Το Κεφάλαιο, μτφ Π. Μαυρομμάτης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978.

ΜΑΡΞ Κ. – ΕΝΓΚΕΛΣ ΦΡ., Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδ. Παπακώστας, Αθήνα 1965.

HEYWOOD A., Πολιτικές Ιδεολογίες, επιμ.-προλ. Ν. Μαραντζίδης, μτφ. Χ. Κουτρής, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα 2007

KAMENKA E., «Πολιτικός εθνικισμός. Η εξέλιξη μιας ιδέας», μτφ. Σ. Σιαφάκα, στο: Εθνικισμός, ο σύγχρονος Ιανός, Πατριωτισμός, Διεθνισμός και Εθνικό Ζήτημα, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1998.

Δεν υπάρχουν σχόλια: