Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

ΞΟΥ ΡΕ, ΛΕΜΕ!


Σε όσους δεν έχουν λεφτά να κωλοφτιάξουν αµάξι αλλά παρόλα αυτά προσπαθούν:
Είναι που είναι αυτή η ασχολία για τον πούτσο.
Τουλάχιστον κάντο σε αµάξι που να αξίζει την αναßάθµιση. Αν σ' αφήναµε, εσύ θα 'ßαζες ζάντες και στην τοστιέρα σου!
Ή κάνεις κάτι ολοκληρωµένα ή δεν το κάνεις καθόλου.
Και όχι, το Σταρλετάκι των 900 κυßικών της µαµάς µε τα µπλε φωτάκια στα µπεκ των υαλοκαθαριστήρων ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΩΛΟΦΤΙΑΓΜΕΝΟ!

Σε όσους δεν ξεκολλάνε το διάφανο αυτοκολλητάκι απ' την οθόνη καινούργιου κινητού:
Αν ο κατασκευαστής δεν ήθελε να το ßγάλεις, το αυτοκόλλητο δε θα είχε αυτή την ακρούλα που ξέχει λίγο!
Στην ίδια κατηγορία ανήκουν αυτοί που δεν ßγάζουν τελείως το χρυσόχαρτο απ' το ßούτυρο. Δεν είναι δεύτερο προστατευτικό καπάκι!
Είναι µια αηδία που όσο την κρατάς, τόσο πασαλείφεται µε ßούτυρο και µου κόßει την όρεξη!

Σε όσους έχουν hands-free και µιλάνε κρατώντας το κινητό στο ύψος του στήθους µε το ένα χέρι και το µικρόφωνο του hands free κοντά στο στόµα µε το άλλο χέρι:
Για να καταλάßω... µέχρι χθες χρησιµοποιούσες ένα µόνο χέρι για να µιλάς στο κινητό.
Οπότε παίρνεις hands free για να µη χρησιµοποιείς κανένα.
Και τελικά καταλήγεις να χρησιµοποιείς και τα δύο.
ΟΚ. Λογικό.

Στις σκυλούδες που ακούνε Χατζηγιάννη και το θεωρούν ροκ ξεκάρφωµα:
Α, ναι! Κι ο Κοργιαλάς είναι γκοθάς, σωστά;
Δεν ξεγελάς κανέναν Γωγώ, Φωφώ, Ζωζώ.
Λυπάµαι.

Σ' αυτούς που το τηλεκοντρόλ το λένε «κοµπιούτερ»:
Το κοµπιούτερ είναι ή ο υπολογιστής ή το κοµπιουτεράκι τσέπης ή αυτό που έχουνε στη ΝΑΣΑ και πιάνει 3 δωµάτια. Αν αλλάζεις κανάλι µε ένα απ' τα παραπάνω, πες µου κι εµένα πώς το κάνεις.

Σε όσους τρώνε κους κους:
Κοίτα. Καταλαßαίνω ότι σ' αρέσει η λέξη κους κους. Και ξερώ ότι αν µπορούσες, θα αποκαλούσες κους κους ΟΛΑ τα φαγητά. Άκου τι γίνεται όµως.
Πρώτον: ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΙΣΙΟ! Οι κόκκοι του είναι πολύ χοντροί για να τους καταπιείς και πολύ ψιλοί για να τους µασήσεις.
Και δεύτερον: Δε λέγεται κους κους. Λέγεται ΠΛΗΓΟΥΡΙ!
Ξενέρωσες;

Σε όσους έχουν στο αµάξι µούφα ηχοσύστηµα και παρόλα αυτά το παίζουν στη διαπασών:
Τα µαµίσια ηχεία που έχεις φτιαχτήκαν για να παίζουν Μελωδία FM, όχι σαϊκεντέλικ!
Από µια ένταση και πάνω ψαλιδίζουν τον ήχο, οπότε ούτε εσύ ακούς τίποτα, ούτε εµείς.
Δε σπας αυτιά, σπας αρχίδια!
Χαµήλωσέ το.

Σ' αυτούς που αντί για «καρτούν» ή «παιδικά» λένε «µίκι µάους»:
Όποιον ξανακούσω να λέει «ο µικρός ßλέπει µίκι µάους» ή «Σάßßατο πρωί το Σταρ ßάζει µίκι µάους» και είναι κάτω των 70, οπότε ΞΕΡΕΙ ότι ßγήκαν κι άλλα καρτούν µετά το Μίκι Μάους, θα τον καρφώσω στο µήλο του Αδάµ µε µπετόßεργα!

Στους παπάρες που τους ζητάς να σε ßγάλουν µια φωτογραφία και σε κοιτάνε σα να τους ζήτησες να εξουδετερώσουν ßόµßα:
«Ποιο πατάαααωωωωωωωωω;»
Πατάς το κουµπί που δεν έχει αλλάξει ΠΟΤΕ θέση από τότε που εφευρέθηκε η φωτογραφία! ΠΑΝΩ ΔΕΞΙΑ! Άχρηστε!
Να αγοράζεις κινητό µε 3 κάµερες πάνω ξέρεις όµως.
Μπούρτζο µαλάκα στρουγκανόßλαχε!

Στους κωλο-σπασίκλες που πέρασαν πρώτοι Ιατρική και λένε ότι δε διάßαζαν συνέχεια:
Κλασικά, συνέντευξη στις ειδήσεις:
«Διάßαζα, αλλά έßγαινα κι έξω.».
Ναι, έßγaινες. Έßγαινες απ' το δωµάτιο να δώσεις στη µάνα σου τον κουßά µε τα σκατά για να στον αδειάσει.

Σε όσους ψάχνουν τα κανάλια ένα-ένα και χρησιµοποιούν τα κουµπιά µε τα νούµερα αντί για το πάνω-κάτω:
Κλασική µάνα µου: 1, 12, 2, 23, 3, 34, 4.
Οπότε κάθοµαι εγώ δίπλα και ßλέπω:
ΕΤ1, Extra 3, ET2, Τηλεφώς, Mega, Blue Sky, ΑΝΤ1, TV Magic.
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!

Στους µπαϊσέξουαλ:
Στρέιτ εντάξει.
Γκέι εντάξει.
Αλλά µπάι όχι!
Δεν είσαι αναποφάσιστος, είσαι πλεονέκτης και ποζεράς.
Διάλεξε τρύπα και µείνε σ' αυτή!
Αλλιώς άντε γαµήσου.
Ή άντε γάµα.
Δεν ξέρω, µπερδεύτηκα.

Στους φίλους που κάνουν «δικιά τους» περίπλοκη χειραψία:
Δεν έχουµε 1992!
Ο Tupac πέθανε, ο Biggie πέθανε κι εσύ είσαι λευκός!
Δεν έχεις καµιά σύνδεση µ' αυτήν την κουλτούρα.
Είναι σα να ßγαίνεις έξω ντυµένος πειρατής.
ΑΑΑΡΡΡ!

Σ' αυτούς που κόßουν το ßούτυρο κάθετα και δεν το ξύνουν παράλληλα στην επιφάνεια:
Δεν είναι παγωτό. Είναι ßούτυρο!
Κι εσύ είσαι σιχαµένος.

Στους τύπους που κάνουν µηνύσεις για ψυχική οδύνη:
Ξαφνικά γεµίσαµε από «Αλέξης Κούγιας» wannabes!
Δεν γουστάρεις κάτι που σου συνέßη και δεν έχεις να προσάψεις τίποτα σε κανέναν;
Τσουπ! Ψυχική οδύνη!
Επειδή οι γονείς σου ήταν κλασικοί Έλληνες µαλάκες και σου έκαναν όλα τα χατίρια, δε σηµαίνει θα κάνουµε το ίδιο κι εµείς!
Είσαι ενήλικας.
Φτύσε επιτέλους το µαστάρι της µάνας σου και µάθε να δέχεσαι καµιά προσßολή που και που.
Κατά 99% την αξίζεις.
(ΥΓ: σε παρακαλώ, µη µου κάνεις μήνυση!)

Σε όσους σηκώνουν το γιακά του Λακόστ:
Ο µόνος που το 'κανε πριν γίνει µόδα ήταν ο Κόµης Δράκουλας κι όλοι ξέρουµε πώς κατέληξε αυτή η ιστορία.

Στους φανατικούς µη-καπνιστές:
Ναι, ßρωµάει, όλοι το ξέρουµε.
Αν πιστεύεις όµως ότι θα πεθάνεις από «παθητική» έκθεση σε καπνό, κοίτα λίγο καλύτερα τον κόσµο που ζεις και ßγάλε το σκασµό!
Πλέον υπάρχουν και µαλάκες που κάνουν ότι ßήχουν δίπλα σε καπνιστές στην πλατεία Οµονοίας!
ΟΚ!
Μισό λεπτό να το σßήσω µέσα σ' αυτήν την κουράδα άστεγου εδώ δίπλα.
Αρκετά χάλασε το τσιγάρο µου την ευαίσθητη φυσική ισορροπία του κέντρου της Αθήνας.

Σ' αυτούς που σου περιγράφουν κάθε τηλεφωνική συνοµιλία που έχουν, κάνοντας το ακουστικό µε το χέρι τους:
Η κλασική µαλακία µε τον αντίχειρα και το µικρό δαχτυλάκι.
Και µάλιστα όταν λένε ότι το 'κλεισαν, κατεßάζουν και το χέρι τους!
Ξέρουµε πως λειτουργεί το τηλέφωνο µίµε!

Στις γκόµενες που φοράνε κολλητό παντελόνι µε κιλότα από µέσα, αντί για στριγκ:
Βρε καλή µου.
Βρε χρυσή µου.
Μια χαρά κώλο έχεις!
ΓΙΑΤΙ µας αναγκάζεις να ßλέπουµε ένα πράµα που ξέχει δεξιά και αριστερά απ' τα δυο λάστιχα του περιοδόßρακου;

Σε όσους δεν πετάνε τίποτα, Ποτέ:
Όταν συγυρίζεις το γραφείο σου και δεν πετάς σαßούρα, κι απλά της αλλάζεις θέση, είσαι ψυχωτικός!
Υπάρχουν πράγµατα που αντικειµενικά είναι άχρηστα:
Ο τσαλακωµένος έλεγχος της 2ας δηµοτικού που στοιχειώνει τα συρτάρια σου εδώ και 28 χρόνια ΔΕ ΘΑ ΣΟΥ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ ΠΟΤΕ!
Πέτα τον!
Πέτα τον!
Πέτα τον!
Πέτα τον!
Πέτα τον!
Πέτα τον!
Πέτα τον!

Στα ζευγάρια που στέλνουν ευχετήριες κάρτες µε φωτογραφίες των παιδιών τους:
Φωτογραφίες που ποτέ δε ζήτησα και ποτέ δεν κρατάω.
Και από πίσω γράφουν και πληροφορίες:
«Η Νεκταρία έκλεισε τα 8 φέτος».
Στον πούτσο µου λουλούδια και γύρω γύρω µέλισσες!
Δε µε νοιάζει πόσο είναι η Νεκταρία!
Βυζιά έßγαλε;
Όταν µου στείλεις τα ßυζιά της Νεκταρίας, θα 'χω καλά Χριστούγεννα ΚΑΙ καλή χρονιά!

Στους δισεκατοµµυριούχους που γυρνάνε τον κόσµο µε αερόστατα:
Τι σκατά; 1850 έχουµε;
Πάρε το αεροπλάνο όπως όλος ο κόσµος, µαλάκα αλαζόνα!
Κανείς δε νοιάζεται για έναν πλούσιο κατακαργιόλη που ßαριέται τη ζωή του!
Ελπίζω στο επόµενο ταξίδι να σου χτυπήσει το αερόστατο κεραυνός!
Και να γυρνάει στον αέρα σα σκασµένο µπαλόνι κάνοντας «ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ!».
Να ένα διαφηµιστικό stunt που θα κάτσω να δω!

Στις γκόµενες που ßάζουν σκούρο lip-liner:
Μακράν η χειρότερη µαλακία που έχει ßγάλει ο κόσµος της µόδας.
Κοπελιά, µπορεί να το θεωρείς σέξι, αλλά κάνει τα χείλη σου να µοιάζουν µε κωλοτρυπίδα!

Στους καλλιτέχνες µε ένα όνοµα:
Νίνο, Νίνο,Σαµπρίνα.
Αν δε ßρεις ένα επώνυµο µέσα στις επόµενες 2 µέρες θα σου ßγάλω τα µάτια!
Δε φτάνει που η µουσική τους είναι για το ßόθρο.
Χωρίς επώνυµο δε µπορώ να ßρω και που µένουν για να ßάλω τη ßόµßα!

Στους ταχυδακτυλουργούς που εξαφανίζουν πράµατα και δε σου λένε πως το κάνουν:
Το ότι δεν ξέρουµε το τέχνασµα που χρησιµοποιείς, δε σηµαίνει πως αυτόµατα υποθέτουµε ότι ήταν µάγια!
Αν ήταν µάγια, δε θα χρησιµοποιούσες τη µαύρη κουρτίνα πριν το εξαφανίσεις.
Απλά λύσε µας την απορία και πήγαινε ßρες κανονική δουλειά.
Α! Και σταµάτα να ντύνεσαι σα γκέι ταυροµάχος!

Σ' αυτούς που για nickname στο MSN, στο Counter Strike κλπ ßάζουν ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΠΡΟΤΑΣΗ!:
Φίλε! Το nickname έχει ένα σκοπό µόνο: να σε ξεχωρίζω απ' τους υπόλοιπους.
Δε θέλω να ξέρω: ούτε πόσο αγαπάς τη γκόµενά σου, ούτε το emo στιχάκι που άλλαξε τη ζωή σου αυτή την εßδοµάδα, ούτε την ηλίθια ατάκα που σκέφτηκες χθες το ßράδυ όταν ßάραγες µαλακία!

Σε όσους ξέρουν τα κάλαντα µετά το «και ποιητής των όλων»:
Δε µπορώ να το προσδιορίσω ακριßώς, αλλά υπάρχει κάτι το πολύ αρρωστηµένο στις οικογένειες που µαθαίνουν στα παιδιά τους ολόκληρο το τραγούδι.

Στις διαφημίσεις που δε μας λένε τι διαφημίζουν. Κλασικά: μαύρο φόντο με μεγάλα άσπρα γράμματα που έρχονται προς τη οθόνη αργά-αργά και λένε μια πανηλίθια ατάκα του στυλ: «Ποιος έρχεται στον Άλφα;» ή «Που θα πας βόλτα;» και από πίσω ένα τεράστιο ερωτηματικό και μετά η διαφήμιση τελειώνει! ΟΚ! Με κέρδισες! Τώρα πάω να βάλω ορό και καθετήρα, και θα κάτσω εδώ για ένα μήνα μέχρι να μάθω την απάντηση! Να 'σαι σίγουρος, ιδιοφυία του μάρκετινγκ.



http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=24&t=119513&start=0&st=0&sk=t&sd=a


Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Ο Ελληνάρας πάει super market!

Σάββατο μεσημέρι κι έξω απ' την πολυκατοικία μου βλέπω τρία καροτσάκια του super market δεμένα μεταξύ τους!
Ο Ελληνάρας δεν αρκείται μόνον να παίρνει το καροτσάκι του super market σπίτι του, στη συνέχεια τα δένει κιόλας, για να πάρει πίσω το ευρώπουλο, ή το μισοευρώπουλο, που 'χει βάλει μέσα στο καροτσάκι.
Το γεγονός πως ο φουκαράς ο υπάλληλος, που βγαίνει στη γειτονία προς αναζήτηση των "απαχθέντων" καροτσιών, θα πρέπει να κάνει τον φακίρη για να λύσει τα καρότσια, ποσώς απασχολεί τον Ελληνάρα...
Για ν' αφήσει το ευρώπουλο μπουρμπουάρ στον υπάλληλο...ούτε σκέψη!
Αθάνατε Ελληνάρα!

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2008

Ο ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΗΣ!

Τράπεζα της Ελλάδας, χτες το πρωΐ.
Κόσμος και ντουνιάς, ουρές, ταλαιπωρία, νεύρα.
Περιμένοντας ψιλονυσταγμένος το νούμερό μου, ακούω έναν τύπο, που καθόταν ακριβώς μπροστά μου, να λέει αίφνης:
-"Ορίστε, γεμίσαμε αλλοδαπούς, και να τα χάλια μας!"
Ωχ!, σκέφτηκα, πέσαμε στο μαλάκα πάλι!
Τον κοιτάζω: γύρω στα πενήντα, το μαλλί βαμμένο κομοδινί, κι αγάμητος τουλάχιστον ένα εξάμηνο...γάματα!
Περιμέναμε καμιά σαρανταριά άτομα στο συγκεκριμένο ταμείο, αλλά ουδείς δεν του απαντάει.
Ο τύπος κοιτάει δεξιά, κοιτάει αριστερά, βλέπει πως κανείς δεν του δίνει σημασία και συνεχίζει.
-"Μ' αυτά που βλέπω, όχι ρατσιστής, αλλά ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΗΣ θα γίνω!"
Ρε πούστη πια...τη γκίνια μου, δε φτάνει που θα φάμε κάνα δυο ώρες εδώ μέσα, ήταν ανάγκη να πέσουμε και στον μπετόβλακα από πάνω;;;
Και νυστάζω κιόλας...
Τέσπα, ουδείς ασχολείται μαζί του. Ο τύπος τα παίρνει χοντρά τώρα.
-"Χούντα θα γίνω, ΧΟΥΝΤΑ!"
Έχει αρχίσει και στριφογυρνάει στο κάθισμα, κοιτάζει γύρω γύρω, κανείς δεν του μιλάει. Έχει αρχίσει ν' αφρίζει.
Ξάφνου, γυρίζει δεξιά του και φωνάζει μες τ' αυτί μια κυριούλας που καθόταν δίπλα του:
-"Έτσι δεν είναι; Δίκιο δεν έχω; Πέστε μου, έτσι δεν είναι;"
Η κυριούλα, ευγενέστατη, τον κοιτά με οίκτο, μα δεν του απαντά.
Ο τύπος είναι έξω φρενών πια. Αναδεύεται στη θέση του.
-"Ο δημόσιος τομέας κατάντησε, από τότε που μπήκαν στο δημόσιο οι γυναίκες"!!!
Το πράγμα αρχίζει να 'χει γούστο. Κάνα δυο αρχίζουν να ψιλογελάνε. Μου 'χει φύγει ήδη η νύστα.
Ανάμεσα σ' αυτούς που ψιλογελάσανε και μια κυρία, που κάθεται απέναντι απ' τον ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΗ.
-"Γελάτε;", της πετάει. "Μη γελάτε! Τριάντα χρόνια έχω στη δημόσια διοίκηση, και γνωρίζω πως για την κατάντια του δημοσίου φταίνε οι γυναίκες!"
-"Εγώ δεν έχω τόσα πολλά", του απαντάει η κυρία, "αλλά θα έλεγα πως φταίνε οι βλάκες!", και τον κοιτάζει με νόημα.
Τώρα, το πράγμα έχει αρχίσει να γίνεται κωμικό. Μ' έχουν πιάσει τα γέλια.
Ο τύπος γυρίζει και με κοιτάζει με δολοφονικό βλέμμα.
-"Μη με κοιτάζετε", του λέω. "Μάλλον, δεν εννοεί εμένα..."
Ο τύπος έχει λυσσάξει τώρα. Λέει διάφορα, φωνάζει, χειρονομεί, τρίβει τ' αυτιά του.
Η κυριούλα δίπλα του προσπαθεί να τον καθησυχάσει και, κάθε τόσο, τον κοιτάζει έντρομη. Το πράγμα πάει για Επιθεώρηση.
Ο τύπος στρέφεται προς την κυρία που του την είπε:
-"Ας πηγαίνατε κι εσείς στρατό τρία χρόνια, πρώτα, και μετά να 'ρχόσασταν να μιλήσετε για ισότητα!", της πετάει.
-"Ας γεννούσατε εσείς", του λέει πολύ ψύχραιμα η κυρία, "να πηγαίναμε εμείς στον στρατό!"
Μπουχαχαχά!
-"Καλό!", πετάγομαι, περισσότερο για να πικάρω τον ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΗ.
Γυρίζει και με κοιτάζει λοξά.
-"Αυτά είναι ιστορίες γι' αγρίους!", μαίνεται πλέον.
-"Ηρεμήστε", του λέει η κυριούλα δίπλα του, "θα πάθετε τίποτα".
Μπουχαχαχαχά, η μέρα μου έχει φτιάξει ήδη.
-"Κανονικά", λέει ο τύπος, "οι γυναίκες θα πρέπει να κάθονται στα σπίτια τους και να μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Εμένα έτσι έκανε η μάνα μου!"
-"Βεβαίως", του απαντάει η κυρία απέναντι, "και μάλιστα, σε μερικές περιπτώσεις, καλή ώρα, θα 'πρεπε να λαμβάνουν και ανθυγιεινό επίδομα!!!"
ΜΠΟΥΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!
Μου 'φυγε ο ρημαδοσάγωνας! Έχω λιώσει.
Όλοι έχουν αρχίσει, πλέον, να γελάνε.
Η κυριούλα, δίπλα στον ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΗ, τον κοιτάζει και, τρομαγμένη, σηκώνεται διακριτικά απ' τη θέση της και πάει, σιγά σιγά, πίσω απ' την κολόνα!
Μπουχαχαχαχά! Της τρελής!
Ο τύπος βρίσκεται στα πρόθυρα εγκεφαλικού.
"Το 212", φωνάζει ο ταμίας, "το 212 υπάρχει;"
Ο τύπος κοιτάζει το χαρτάκι του, "ΕΔΩ, ΕΔΩ!", φωνάζει, σηκώνεται βιαστικά, φτιάχνει το κομοδινί μαλλί του, που 'χε αναμαλλιαστεί απ' την κρισάρα, περνάει μπρος απ' την κυρία, που του την έσπασε, ρίχνοντάς της δολοφονικές ματιές, και πάει στο ταμείο.
ΑΥΛΑΙΑ!

Εθνικιστικές αμφισημίες και ταυτίσεις.

Την εποχή που ο Ηρόδοτος περιέγραφε την ουσία του ελληνισμού ως «το Ελληνικόν εστί ομόαιμον τε και ομόγλωσσον και θεών ιδρύματα κοινά και θυσίαι ηθεά τε ομότροπα» (Ηρόδοτος, Θ’ 144), η έννοια του αρχαίου έθνους απείχε πολύ απ’ αυτή, που σήμερα εννοούμε κι αντιλαμβανόμαστε, κι αφορούσε περισσότερο, μάλλον, στην καθαρά κοινοτιστική οργάνωση των αρχαιοελληνικών πόλεων-κρατών κι όχι σε μια γενικότερη ιστορική, πολιτισμική και πολιτική κατασκευή, που εγκαλεί τα μέλη της στην υιοθέτηση μιας συλλογικής ταυτότητας. Άλλωστε, η αρχαιοελληνική έννοια του έθνους, παρά το «ομόαιμον» του Ηροδότου, φαίνεται ν’ αφορά περισσότερο σε πολιτισμικούς όρους και λιγότερο σε πολιτικούς: «και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκεν μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας» (Ισοκράτους Λόγοι, Πανηγυρικός).
Σε γενικές γραμμές, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Θ. Καλόμαλος, στην αρχαία Ελλάδα η έννοια της πατρίδας και του έθνους δεν ταυτίζονται, ούτε συμπίπτουν (Θ. ΚΑΛΟΜΑΛΟΣ, 1998).
Παρά ταύτα, η έννοια του έθνους χάνεται μετά το τέλος του αρχαίου κόσμου, με την κατίσχυση του φεουδαρχικού κοινωνικοπολιτικού μοντέλου, για να εμφανιστεί και πάλι, σαν νεωτερική έννοια, κι εν πολλοίς να καθορίσει την νεώτερη ευρωπαϊκή ιστορία.
Παρακάτω, θα περιγράψουμε, κατ’ αρχάς, τις ιστορικές συνθήκες γέννησης του νεώτερου εθνικισμού. Στη συνέχεια, θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε τους λόγους για τους οποίους ο εθνικισμός μπορεί και συνυπάρχει διαχρονικά με άλλες, διαφορετικές, πολιτικές ιδεολογίες, όπως ο φιλελευθερισμός, ο συντηρητισμός, ο σοσιαλισμός κι ο φασισμός.

Ιστορική αναδρομή.

Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν, πως η ιστορική αφετηρία του εθνικισμού, και της πολιτικής πραγμάτωσης του νεώτερου έθνους, θα πρέπει ν’ αναζητηθεί στην περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης (Ν. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, 1996).
Aπ' τα τέλη του 18ου αιώνα, συνεπεία, κυρίως, της πρώτης Βιομηχανικής Επανάστασης, οι συσχετισμοί, τουλάχιστον στο οικονομικό επίπεδο, άλλαξαν δραματικά, με τους Ευρωπαίους αστούς να διεκδικούν δυναμικά τη "συγκατοίκησή" τους στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας και τη νομή της πολιτικής εξουσίας μαζί με τους ευγενείς και τους μονάρχες.
Για να επιτευχθεί αυτό, θα έπρεπε, μοιραία, να τεθούν σε αμφισβήτηση τα κεκτημένα δικαιώματα του Παλαιού Καθεστώτος (ancient regime) και να αναγνωρισθούν άλλα στην ανερχόμενη αστική τάξη• η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη.
Έτσι, η διαδικασία, που θα έφερνε τους αστούς στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας, ξεκίνησε από τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, πέρασε μέσα από την βασιλεία του Ναπολέοντα Α’, την παλινόρθωση των Βουρβόνων και την Ιερή Συμμαχία, τα επαναστατικά κινήματα του 1820 και 1830 και ολοκληρώθηκε, σύμφωνα με τον Άγγλο ιστορικό Ε. Χομπσμπάουμ (E.J.Hobsbawm), με τα επαναστατικά κινήματα του 1848, τη χρονιά της "Άνοιξης των Λαών".
Το ιδεολογικό-πολιτικό υπόβαθρο των επαναστάσεων αυτών είχε προετοιμασθεί από το κίνημα του Διαφωτισμού, και κυρίως του καρτεσιανισμού, όπου η δεσπόζουσα θέση του ανθρωπίνου κριτικού πνεύματος και του ορθολογισμού οδηγεί στην αμφισβήτηση και επανεξέταση των πολιτικών, ηθικών και θρησκευτικών αρχών και αξιών της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Έτσι, δίνεται ο χώρος να παρουσιασθούν και να πρυτανεύσουν δύο κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα, που θα σημαδέψουν τον 19ο αιώνα: ο φιλελευθερισμός, πολιτικός και οικονομικός, και ο εθνικισμός.
Κατ’ αρχήν, ο εθνικισμός είναι γέννημα-θρέμμα της Γαλλικής Επανάστασης. Ο εθνικισμός ήταν μια καινούρια λέξη και έννοια για την εποχή του. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1798 στο έργο του Ωγκυστέν Μπαρουέλ:
Αναμνήσεις στη συμβολή της ιστορίας του γιακωβινισμού (Ε. ΚΑΜΕΝΚΑ, 1998).
Ο όρος έθνος χρησιμοποιήθηκε, αρχικά, από τους ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης για να περιγράψουν την γαλλική "Τρίτη Τάξη", δηλαδή τους αστούς και τα χαμηλότερα λαϊκά στρώματα της κοινωνικής βάσης και να εξυψώσει τα "εθνικά" της δικαιώματα πάνω από εκείνα του Παλαιού Καθεστώτος.
Στη βάση αυτή, ο "γαλλικός" εθνικισμός νοείται ως μία οικουμενιστική αντίληψη των ανθρώπινων φυσικών και πολιτικών δικαιωμάτων και καταλήγει στην επαναστατική αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών. Βεβαίως, κατά τη διάρκεια της εξαγωγής της Γαλλικής Επανάστασης και κυρίως όταν, μέσω των ναπολεόντειων πολέμων, η Γαλλία αναζητούσε τον δικό της "ζωτικό χώρο", η έννοια του έθνους, σύμφωνα με την "γαλλική" αντίληψη, εμφανίζεται ως εθελούσια συσσωμάτωση ανθρώπων που αναγνωρίζουν ότι ανήκουν σε μια κοινότητα και αποφασίζουν να ζήσουν μαζί.
Οι ιδέες αυτές είναι για τους ευρωπαϊκούς λαούς πραγματικά επαναστατικές, αφού, μάλιστα, συνταυτίζονται με την ιδέα της ελευθερίας, και θα φέρουν μια πραγματική θύελλα ενθουσιασμού στα ευρωπαϊκά "έθνη", που θα συνταράξει την Ευρώπη των ηγεμόνων και της ευρωπαϊκής ισορροπίας.
Ωστόσο, στα πλαίσια του κινήματος της αντιγαλλικής αντίδρασης, κατά την ίδια ναπολεόντεια περίοδο, θα εκφρασθεί και μία άλλη εκδοχή του "γερμανικού" ή ρομαντικού εθνικισμού.
Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, το έθνος αναδεικνύεται από την κοινή γλώσσα, τα κοινά ήθη και έθιμα, την κοινή ιστορία και πολιτισμό και ο καθορισμός του είναι ανεξάρτητος από τη θέληση μεμονωμένων ατόμων• τονίζεται η ιδέα της "εθνικής ψυχής" ή του "πνεύματος του λαού", δηλαδή μιας εθνικής συνείδησης που ενυπάρχει σε κάθε μέλος ενός εθνικού συνόλου.
Ωστόσο, η Γαλλική Επανάσταση δημιούργησε μια τόσο ισχυρή δυναμική και τα κηρύγματά της είχαν τέτοια καταλυτική επίδραση στην ευρωπαϊκή διανόηση, και συνακολούθως στους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, η δε εθνικιστική ιδεολογία παρείχε για την δεσπόζουσα, πλέον, αστική τάξη ένα τόσο στέρεο κι ασφαλές πολιτικό περιβάλλον (καθώς θ’ αναλύσουμε παρακάτω), ώστε "η ιστορία της Ευρώπης από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά είναι η ιστορία της ανόδου του πολιτικού εθνικισμού" (Ε. ΚΑΜΕΝΚΑ, 1998).

Εθνικιστικές αμφισημίες και ταυτίσεις.

Η ίδια η έννοια του νεωτερικού έθνους αφορά, κατά την άποψη πολλών μελετητών, σε μια ψυχονοηματική κατασκευή, σε μια ιστορική και πολιτισμική κατηγορία, που εγκαλεί τα μέλη της στην υιοθέτηση μιας κοινής εθνικής ταυτότητας, επομένως προσδιορίζει σ’ έναν μεγάλο βαθμό τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, αλλά κι έναν κώδικα συμπεριφοράς των μελών της εθνικής συλλογικότητας μέσα στο πολιτικό περιβάλλον του έθνους-κράτους.
Αφού το έθνος δεν υφίσταται σαν μια εξωτερική, υπεριστορική, πραγματικότητα, αλλά είναι, μάλλον, προϊόν μιας συνειδησιακής επιλογής και καλλιέργειας, είναι λογικό ο εθνικισμός να αφορά σε μια ιδεολογία, ή πολιτική θεωρία, πολυσύνθετη, αμφίσημη κι επίδικη (Ν. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, 1996).
Αυτό είναι εμφανές στο γεγονός πως ο εθνικισμός, ανέκαθεν, παρουσιάζει ριζοσπαστικές κι επαναστατικές ταυτόχρονα με συντηρητικές κι αντιδραστικές αιχμές. Λόγου χάριν, το δικαίωμα στην εθνική αυτοδιάθεση και στην πολιτική αυτονομία των λαών (όπως του δικού μας λαού παλιότερα, αλλά και του παλαιστινιακού στις μέρες μας), με βάση την εθνοτική τους ιδιοπροσωπεία, δεν μπορεί παρά να εκλαμβάνεται ως ένα προοδευτικό, κι εν πολλοίς επαναστατικό, αίτημα, ενώ, απ’ την άλλη, η ιδεολογία κι η πολιτική πραγματικότητα του εθνικισμού αποτέλεσε το ιδεολογικό «όπλο», την πιο πειστική προπαγάνδα, για τους στρατοκρατικούς και φασιστικούς μηχανισμούς τους τελευταίους δύο αιώνες. Αυτό συμβαίνει, και θα το εξετάσουμε αναλυτικά πιο κάτω, γιατί ο εθνικισμός χαρακτηρίζεται από μια σημασιολογική ρευστότητα (Ν. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, 1996).
Θα μπορούσαμε, ίσως, να ισχυριστούμε πως ο εθνικισμός είναι, ουσιαστικά, ένα εννοιολογικό κέλυφος, το οποίο συγκροτεί μια πολιτική πραγματικότητα, αλλά λαμβάνει σημασιολογικό περιεχόμενο από το εκάστοτε επικρατούν πολιτικό παράδειγμα. Έτσι, είναι μάλλον η πολιτική συνείδηση ενός εκάστου, αλλά και η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία, εκείνη που επικαθορίζει το είδος, αλλά και την ποιότητα, της εθνικής συνείδησης. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει, λόγου χάριν, τον εθνικισμό ένας άνθρωπος που εμφορείται από σοσιαλιστική πολιτική συνείδηση κι αλλιώς κάποιος που εμφορείται από φασιστική.
Ο Κ. Μαρξ υποστήριξε πως η δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας προέκυψε από εκείνη της φεουδαρχικής, όταν η τελευταία απελευθέρωσε τα παραγωγικά στοιχεία της πρώτης (Κ. ΜΑΡΞ, 1978). Τα παραγωγικά, αλλά και κοινωνικά και πολιτικά, στοιχεία που απελευθερώθηκαν απ’ τις φεουδαρχικές δομές ήσαν οι Ευρωπαίοι αστοί. Κι η αστική αυτή επανάσταση, καθώς είπαμε, κρηπιδώθηκε σε δυο πυλώνες:
στον φιλελευθερισμό και στον εθνικισμό.
Ωστόσο, αν κι ο φιλελευθερισμός αφορούσε στην ατομική ελευθερία, στην αντικατάσταση του υπηκόου απ’ τον πολίτη, στις δημοκρατικές διαδικασίες και τον συνταγματισμό, μετά την κατάρρευση των φεουδαλικών δομών εξέλιπε εκείνο το πολιτικό πλαίσιο, που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη του αστικοκαπιταλιστικού μοντέλου. Κοντολογίς, ο καπιταλισμός είχε την απόλυτη ανάγκη της επίκλησης της ενότητας και συνοχής του έθνους, πρώτον, ως ένα αρραγές περιβάλλον ενότητας μέσα στο οποίο θα μπορούσε να αναπτυχθεί απρόσκοπτα μια φιλελεύθερη, συνταγματική, διακυβέρνηση, αλλά και να λειτουργήσει ο οικονομικός φιλελευθερισμός και, δεύτερον, ως αντιστάθμισμα των ριζοσπαστικών σοσιαλιστικών αιτημάτων, που πρόβαλαν τις ανατρεπτικές, για το καπιταλιστικό μοντέλο, αξίες της ισότητας στον πλούτο και της διεθνούς ταξικής αλληλεγγύης.
Ο εθνικισμός, στην περίπτωση αυτή, του φιλελεύθερου εθνικισμού, λειτουργεί ενωτικά, προβάλλοντας μια υπέρτερη ταυτότητα, την εθνική, η οποία επικαθορίζει και ιεραρχεί κάθε άλλη πολιτική, κοινωνική ή ταξική ταυτότητα (Ν. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, 1996). Έτσι, παραδείγματος χάριν, ο εργάτης κι ο βιομήχανος συνενώνονται, ως έναν βαθμό, κάτω από μια, υπέρτερη, εθνική ταυτότητα, που δεν επιτρέπει τις όποιες ταξικές διαφορές και συγκρούσεις ν’ απειλήσουν την συνοχή και την ενότητα του κυρίαρχου έθνους και, κατ’ επέκταση, την ύπαρξη καθ’ αυτή του έθνους-κράτους. Υπ’ αυτή την έννοια, το έθνος στην νεώτερη εποχή ταυτίστηκε με το κράτος κι η απόλυτη κι αδιαπραγμάτευτη συνοχή, ενότητα και πολιτική κυριαρχία του έθνους, ως οργανική ολότητα, μέσα στα όρια της εδαφικής του επικράτειας θεωρήθηκε αυταξία.
Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως ο εθνικισμός αποτέλεσε ένα κεντρικότατο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής ανάπτυξης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το στάδιο των εθνικών καπιταλισμών.
Έτσι, ο εθνικισμός απάντησε τόσο στα φιλελεύθερα αιτήματα περί ελευθερίας, φυσικών, ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, όσο και στην υλοποίηση ενός πολιτικού περιβάλλοντος, όπου ο συνταγματισμός κι η αντιπροσωπευτική αυτοκυβέρνηση, με τη μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να λειτουργήσει ομαλά κι απρόσκοπτα, υπερβαίνοντας τις όποιες ταξικές διαφορές και συγκρούσεις.
Αυτή, ακριβώς, η δυνατότητα του εθνικισμού να λειτουργεί ως βάση ενσωμάτωσης των υπολοίπων ιδεολογιών στη βάση μιας υπέρτερης ταυτότητας, είναι που οδήγησε και τον συντηρητισμό να ενσωματώσει στην ιδεολογία του εθνικιστικές προσλήψεις, παρά τις όποιες ριζοσπαστικές, κι ενίοτε επαναστατικές, αιχμές της εθνικιστικής πολιτικής θεωρίας.
Τούτο συμβαίνει γιατί ο εθνικισμός, στη ρομαντική του μορφή, αναφέρεται στο ένδοξο παρελθόν και την εγγενή αξία της εθνικής παράδοσης (Ν. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, 1996). Η εθνική ταυτότητα χαρακτηρίζεται από αναφορές στο κοινό ιστορικό παρελθόν, στις συλλογικές μνήμες και τραύματα, στην αξία των πολιτισμικών και ιστορικών παραδόσεων, στη σφυρηλάτηση της εθνικής ενότητας μέσα απ’ τα κοινά ήθη κι έθιμα, που, είτε πατροπαράδοτα είτε κατασκευασμένα, συνάδουν με την συντηρητική αντίληψη για την αυταξία της παράδοσης.
Πέραν αυτών, το εθνικιστικό πολιτικό πλαίσιο, μέσα απ’ τους κρατικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς, προβάλλει το ηρωικό πρότυπο του ένδοξου παρελθόντος και την ανάγκη της υποταγής του ατόμου σε μια γενικευμένη ηθική αρχή, που είναι σχεδόν πάντα ταυτόσημη με την επικρατούσα θρησκευτική ηθική, γεγονός που συνάδει με την συντηρητική αντίληψη της ηθικής ατέλειας του ατόμου και την ανάγκη της υποταγής του σε παραδοσιακά ηθικά πρότυπα και κανόνες. Ο ίδιος ο συντηρητισμός, που εμφανίζεται περισσότερο ως ενσωμάτωση σε όλα τα πολιτικά και κοινωνικά επίπεδα και διαστρωματώσεις, βρίσκει εύφορο έδαφος ανάπτυξης στην εμβληματική προβολή της εθνικής ταυτότητας απ’ την εθνικιστική ιδεολογία, που δεν επιτρέπει στα εθνικά υποκείμενα την υιοθέτηση εξαιρετικά ριζοσπαστικών ή επαναστατικών ιδεολογιών, προς χάριν της ενότητας του έθνους.
Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως αν ο φιλελευθερισμός κι ο εθνικισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους, ο τελευταίος αποτελεί «τον φυσικό σύμμαχο στη διατήρηση της τάξης και την υπεράσπιση των παραδόσεων» του συντηρητισμού (A. HEYWOOD, 2007). Είναι χαρακτηριστική, εδώ, η περίπτωση της συντηρητικής θατσερικής επανάστασης, όπου ο συντηρητικός νεοφιλελευθερισμός «παντρεύτηκε» με την επίκληση για την επιστροφή στις αξίες και στην παράδοση της βρετανικότητας (Α. ΛΙΑΚΟΣ, 2005).
Ο εθνικισμός κατάφερε, με τη σημασιολογική του ρευστότητα, να συνταυτισθεί, ως ένα σημείο, και με τον σοσιαλισμό.
Αυτό ακούγεται, κατ’ αρχάς, παράδοξο, αν αναλογιστεί κάποιος πως η φιλοσοφική πεμπτουσία του σοσιαλισμού, ο διαλεκτικός υλισμός, αλλά και η ιστορική του αντίληψη, ο ιστορικός υλισμός, απορρίπτουν κάθε ιδεαλιστική προσέγγιση, τόσο της κοινωνικής πραγματικότητας, όσο και της ιστορικής εξέλιξης.
Στον πιο γνωστό μαρξιστικό αφορισμό: «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα», οι Μαρξ και Ένγκελς έρχονται να προσθέσουν αμέσως την παραδοχή της πολιτικής πραγματικότητας του εθνικισμού, αποδεχόμενοι στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος (Κ. ΜΑΡΞ – ΦΡ. ΕΝΓΚΕΛΣ, 1965) την ανάγκη το προλεταριάτο να «υψωθεί σε εθνική τάξη», προκειμένου να καταλάβει την πολιτική εξουσία, «να συγκροτηθεί σαν έθνος», αν και όχι με τους όρους και την έννοια της αστικής τάξης.
Η αίσθηση αυτή του «συνανήκειν» δεν έχει εδώ αναφορά σ’ ένα κοινό ιστορικό και πολιτισμικό παρελθόν, αλλά σχετίζεται με το όραμα ενός κοινού, σοσιαλιστικού, μέλλοντος. (Α. ΛΙΑΚΟΣ, 2005). Είναι φανερό πως η εθνικιστική πολιτική θεωρία, ιδωμένη από σοσιαλιστική οπτική, παρέχει και εδώ ένα κρηπίδωμα κοινωνικής ενότητας, μέσα στο οποίο μπορεί να πραγματωθεί και να λειτουργήσει πολιτικά το σοσιαλιστικό ιδεώδες.
Παραπέρα, ο εθνικισμός μπορούσε να υπηρετήσει τις πολιτικές σκοπιμότητες των σοσιαλιστικών καθεστώτων, όπως φάνηκε με τον «σοσιαλισμό σε μία χώρα», δηλαδή τη σταλινική θεωρία που πρόβαλλε την απόλυτη ανάγκη να εδραιωθεί ο σοσιαλισμός πρωτίστως στην ΕΣΣΔ. Αυτός ο ιδιότυπος σοβιετικός εθνικισμός, αν και, κατ’ αρχάς, αντίθετος με την έννοια του προλεταριακού διεθνισμού, ήταν, εν τούτοις, απολύτως χρήσιμος και αναγκαίος για την εδραίωση των νεότευκτων σοβιετικών δομών κι εξουσίας στην ΕΣΣΔ, οπότε ο εθνικισμός υιοθετήθηκε, εδώ, σε καθαρά υπολογιστική και χρησιμοθηρική βάση.
Πέραν αυτών, ο εθνικισμός, που όπως είπαμε έχει και ριζοσπαστικές αιχμές, συνταυτίστηκε με λαϊκά, αντιαποικιακά κι αυτονομιστικά, κινήματα, που ενίοτε βάσιζαν την ιδεολογική τους πλατφόρμα στην σοσιαλιστική ιδεολογία.
Έτσι, ο αγώνας για εθνική αυτοδιάθεση και πολιτική αυτονομία πολύ συχνά συνταυτίστηκε με αιτήματα για κοινωνική και οικονομική ισότητα, ή με ριζοσπαστικές σοσιαλιστικές επαναστάσεις, οι οποίες είχαν ως κύριο σκοπό την απαλλαγή του έθνους από αποικιοκρατικές δυνάμεις, που απομυζούσαν τον εθνικό πλούτο και υπαγόρευαν την εθνική πολιτική. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το σύνθημα του Αργεντινού επαναστάτη Τσε Γκεβάρα, που, ωστόσο, αποτέλεσε εμβληματική μορφή της κουβανέζικης επανάστασης:
«Πατρίδα και Σοσιαλισμός ή Θάνατος».
Είναι, τέλος, πρόδηλη, θα λέγαμε, η δυνατότητα συνταύτισης του εθνικισμού με την φασιστική ιδεολογία.
Μια που ο εθνικισμός είναι μια ιδεολογία, ή πολιτική θεωρία, που προβάλλει την υπέρτατη αξία της εθνικής ταυτότητας και της οργανικής ενότητας του έθνους, είναι πολύ εύκολο να καταλήξει σε εθνοφυλετισμό, που ιεραρχεί τα έθνη φυλετικά, και σε σωβινισμό, που προβάλλει τα ιερά δίκαια και τα πεπρωμένα της φυλής ως ανώτερα και δικαιότερα απ’ εκείνα οποιουδήποτε άλλου έθνους.
Ταυτόχρονα, η επίκληση της ιερότητας του έθνους και της ανώτερης, «καθαρής», εθνικής ταυτότητας, μπορεί πολύ εύκολα να στοχοποιήσει εσωτερικούς κι εξωτερικούς «εχθρούς», που επιβουλεύονται την προκοπή και την ευημερία του έθνους ή απειλούν την καθαρότητά του, κι έτσι, μέσω του καλλιεργούμενου μίσους για τους «άλλους», να σφυρηλατηθεί με ατράνταχτο τρόπο η αίσθηση του συνανήκειν στην εθνική ομάδα. Εδώ, λειτουργεί καίρια η ψυχολογική επιρροή του εθνικισμού, που απευθύνεται στα αισθήματα ανασφάλειας και στα ένστικτα αυτοσυντήρησης των μεσοαστικών στρωμάτων, κατά τις περιόδους όπου η οικονομική ύφεση συναντά την πολιτική κρίση, οπότε ο εθνοτικός εθνικισμός προσφέρει ένα ασφαλές και οικείο καταφύγιο απέναντι στους «άλλους», που ευθύνονται για όλα τα δεινά της φυλής και του έθνους.
Είναι σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, όπου οι πιο αντιδραστικές αιχμές του εθνικισμού συγκροτούν το πολιτικό πλαίσιο ανάπτυξης του φασισμού.

Σύνοψη.

Είδαμε παραπάνω, πώς η σημασιολογική ρευστότητα του εθνικισμού του επιτρέπει να συνταυτίζεται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, με όλες σχεδόν τις πολιτικές ιδεολογίες, κυρίως πάνω στη βάση των πολιτικών ωφελημάτων.
Είναι, νομίζουμε, φανερό, πως ο εθνικισμός, στην νεωτερική εποχή, λειτουργεί ως πρωταρχικό πλαίσιο και συνεκτικός αρμός για την ανάπτυξη οποιασδήποτε άλλης πολιτικής δράσης και πραγμάτωσης. Ορίζοντας έναν ανώτατο κοινωνικό δεσμό και μια υπέρτατη ταυτότητα, που επικαθορίζει κάθε άλλη, ο εθνικισμός δημιουργεί το αναγκαίο, λειτουργικό, πολιτικό περιβάλλον για την πολιτική πραγμάτωση κάθε άλλης πολιτικής ιδεολογίας.
Αυτό είναι, ίσως, που επιτρέπει στον εθνικισμό να επιβιώνει και να συνυπάρχει με όλες σχεδόν τις υπόλοιπες πολιτικές ιδεολογίες.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ Ν., Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ, αμφίσημο σημασιολογικό πεδίο και σύγχρονες τάσεις, εκδ. ΑΝΤ..Ν.ΣΑΚΚΟΥΛΑ, Αθήνα – Κομοτηνή 1996.

ΚΑΛΟΜΑΛΟΣ Θ., «ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ», στο: Εθνικισμός, ο σύγχρονος Ιανός, Πατριωτισμός, Διεθνισμός και Εθνικό Ζήτημα, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1998.

ΛΙΑΚΟΣ Α., Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο;, γ’ εκδ., εκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2005.

ΜΑΡΞ Κ., Το Κεφάλαιο, μτφ Π. Μαυρομμάτης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978.

ΜΑΡΞ Κ. – ΕΝΓΚΕΛΣ ΦΡ., Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδ. Παπακώστας, Αθήνα 1965.

HEYWOOD A., Πολιτικές Ιδεολογίες, επιμ.-προλ. Ν. Μαραντζίδης, μτφ. Χ. Κουτρής, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα 2007

KAMENKA E., «Πολιτικός εθνικισμός. Η εξέλιξη μιας ιδέας», μτφ. Σ. Σιαφάκα, στο: Εθνικισμός, ο σύγχρονος Ιανός, Πατριωτισμός, Διεθνισμός και Εθνικό Ζήτημα, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1998.