Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Νεωτερικότητα και μετανεωτερικότητα:

...ένας διάλογος πάνω στον ανορθολογισμό.

Η νεωτερικότητα ορίσθηκε απ’ τους περισσότερους μελετητές σαν την μεταβατική περίοδο που βασίστηκε ιδεολογικά στις αρχές του Διαφωτισμού και του ορθολογισμού (και γι’ αυτό ο όρος αφορά κυρίως στις νεώτερες δυτικές κοινωνίες), δηλαδή στην πίστη της ανθρώπινης αυτοτέλειας, προόδου κι ευημερίας πέρα από μεταφυσικές αφοσιώσεις, στην προσδοκία της ανθρώπινης ανέλιξης εδραιωμένης πάνω στις επιστημονικές και τεχνολογικές προόδους.

Η νεωτερικότητα εκφράστηκε πολιτικά μέσα από ολιστικές πολιτικές θεωρίες, δηλαδή μέσα από πολιτικές ιδεολογίες, όπως παραδείγματος χάριν εκείνες του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού, οι οποίες εξέφρασαν με την σειρά τους έναν κεντρικό ιδεολογικό πυρήνα «αντικειμενικών αληθειών και κεντρικών αξιών», που ίσχυαν για όλους τους ανθρώπους, μια κεντρική οικονομική και κοινωνικοπολιτική θεώρηση, δηλαδή, για ένα καλύτερο, κοινό, ανθρώπινο μέλλον, μέσα σε κοινωνίες εξορθολογισμένες και εκκοσμικευμένες. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας είναι η γενικότερη αμφισβήτηση κάθε παραδοσιακής αυθεντίας, γενικότερα μια ρήξη με τον ανορθολογικό προνεωτερικό θεμελιωτισμό.
Ακριβώς πάνω στην εγγενή αναστοχαστικότητα της νεωτερικότητας, εμφανίστηκε, κατά το τέλος του 20ου αιώνα, το κίνημα της μετανεωτερικότητας (ή μεταμοντερνισμού), αρχικά ως ένα καλλιτεχνικό ρεύμα, το οποίο στη συνέχεια μετεξελίχθηκε σε κοινωνικά και πολιτικά κινήματα που αμφισβήτησαν τις, μεγάλες και ολιστικές, πολιτικές και κοινωνικές θεωρίες της νεωτερικότητας και εστίασαν σε ζητήματα επί μέρους τρόπων ζωής και ταυτοτήτων.

Η βασική διαφοροποίηση ανάμεσα στην νεωτερικότητα και την μετανεωτερικότητα αφορά κυρίως στον αναστοχασμό πάνω στις μεγάλες και ολιστικές κοινωνικές και πολιτικές νεωτερικές θεωρίες.
Πριν συνεχίσουμε στον εντοπισμό αυτών των αμφισβητήσεων, θα ήταν ίσως χρήσιμο να επισημάνουμε ότι η νεωτερικότητα υπήρξε ουσιαστικά το πολιτισμικό υπερκείμενο του βιομηχανικού τρόπου παραγωγής στο πρώιμο, αλλά και μονοπωλιακό, καπιταλιστικό στάδιο. Ενός τρόπου παραγωγής, δηλαδή, που ήταν εδραιωμένος πάνω σε καπιταλιστικά μοντέλα εθνικών και μονοπωλιακών οικονομιών και φορντικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Ωστόσο, απ’ τα μέσα του 20ου αιώνα, έχουμε το πέρασμα στον ύστερο καπιταλισμό, δηλαδή στο στάδιο του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου και της παγκόσμιας αγοράς των πολυεθνικών εταιρειών, της μαζικής κατανάλωσης και της κοινωνίας της πληροφορίας . Αυτή η μεταμόρφωση στο καπιταλιστικό μοντέλο οδήγησε με τη σειρά της σε μια διαφοροποίηση του υπερκείμενου κοινωνικού και πολιτικού οικοδομήματος: οι φρενήρεις ρυθμοί των οικονομικών διεργασιών, η σχεδόν απόλυτη εξειδίκευση στην εργασία, η παροχή κι η ανάγκη άμεσης πληροφόρησης κι η συνακόλουθη διαδραστικότητα ανάμεσα σε ανθρώπινες κουλτούρες που μέχρι πριν ίσως έμοιαζαν εντελώς ξένες και αγεφύρωτες, δημιούργησαν μια σειρά κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων, τα οποία αμφισβήτησαν την αξία και την χρησιμότητα της ταξικής πολιτικής θεωρίας και, αντ’ αυτής, προέβαλλαν μια σχετικιστική θεώρηση μη ταξικών πολιτικών και δράσεων από μικρές, και κατά κανόνα κλειστές και συμπαγείς, υπο-ομάδες, δηλαδή πολιτικές και κοινωνικές δράσεις μικρής κλίμακας μέσα σ’ ένα περιβάλλον «αυξανόμενου κοινωνικού πλουραλισμού».
Θα ήταν χρήσιμο να κρατήσουμε σαν βάση των διαφοροποιήσεων αυτών το διαφορετικό καπιταλιστικό στάδιο πάνω στο οποίο οικοδομούνται και κρηπιδώνονται.
Κι αυτό γιατί, τελικά, ίσως όλη η συζήτηση για τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στην νεωτερικότητα και μετανεωτερικότητα να βασίζεται πάνω στην προβολή των ίδιων ταξικών προβλημάτων σε μια παγκόσμια, αλλά ουσιαστικά απρόσωπη, κλίμακα, πάνω δηλαδή στον «φαντασμαγορικό τόπο» των, οικονομικά και πολιτισμικά παγκοσμιοποιημένων, κοινωνιών του ύστερου καπιταλισμού. Θα μπορούσε, ίσως, κάποιος να σκεφτεί, ότι οι μετανεωτερικές πολιτικές και δράσεις μικρής κλίμακας είναι οι επί μέρους μικρο-αφηγήσεις του, κατά Φουκογιάμα, καπιταλιστικού «τέλους της ιστορίας».

Όπως είπαμε και πρωτύτερα, η νεωτερικότητα βασίστηκε, στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο, στις μεγάλες πολιτικές ιδεολογίες ή στις μετα-αφηγήσεις, όπως τις αποκαλούν πολλοί σήμερα. Οι κοινωνικοπολιτικές θεωρίες αυτές είναι, στην πραγματικότητα, κάποια συνεκτικά σύνολα ιδεών, που προσπαθούν να ερμηνεύσουν την ιστορική εξέλιξη και την εκάστοτε κοινωνικοπολιτική συγκυρία με βάση τον κεντρικό πυρήνα των ιδεών της θεωρίας τους. Παράλληλα, επιχειρούν να προτείνουν τρόπους πολιτικής δράσης, έτσι που να γίνει εφικτό ένα καλύτερο μέλλον για το σύνολο της ανθρώπινης κοινωνίας, προβάλουν, δηλαδή, αρχές, ιδέες και τρόπους πολιτικής δράσης μεγάλης εμβέλειας και παγκόσμιας αξίας. Οι κοινωνικοπολιτικές αυτές θεωρίες δεν αφορούν μόνον στο κάθε κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο χωριστά, αλλά κυρίως στο σύνολο των κοινωνιών και της ανθρωπότητας, προβάλλουν δηλαδή δεσμεύσεις κι αφοσιώσεις που αφορούν γενικότερα στην ανθρώπινη συλλογικότητα. Έτσι, για παράδειγμα, η φιλελεύθερη πολιτική θεώρηση προβάλλει στον ιδεολογικό της πυρήνα τα κεντρικά θέματα της ατομικιστικής, πολιτικής και οικονομικής, ελευθερίας, του εργαλειακού ορθολογισμού σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής δραστηριοποίησης, της έννοιας της κοινωνικής δικαιοσύνης σαν ισότητα ευκαιριών, του κοινωνικού και πολιτικού πλουραλισμού, του φιλελεύθερου κράτους, της αστικής δημοκρατίας και της συνταγματικής διακυβέρνησης. Απ’ την άλλη, τα κεντρικά θέματα της σοσιαλιστικής ιδεολογίας αφορούν στις αρχές του κοινοτισμού, στην κατίσχυση του συνεργατισμού έναντι του ατομικισμού, στον οικονομικό ντετερμινισμό και την ταξική πόλωση σαν μοχλούς ιστορικής μεταβολής, στην κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής, στην εξάλειψη κάθε πρακτικής που αποσκοπεί σε ανθρώπινη εκμετάλλευση και τελικά στο πρόσταγμα της αταξικής κοινωνίας.
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι το θεσμικό πλαίσιο των μεγάλων νεωτερικών θεωριών εξετάζει κι αναλύει τις κοινωνίες σαν σύνολα, παρ’ όλες τις επιμέρους πολώσεις και διαφοροποιήσεις τους, και προτείνει τρόπους συλλογικής πολιτικής δράσης στοχοπροσηλωμένες σ’ έναν, κατά κύριο λόγο, κοινά αποδεκτό σκοπό, που τελικά δεν είναι άλλος παρά ένα καλύτερο ανθρώπινο παρόν και μέλλον, όπως η κάθε κοινωνικοπολιτική θεωρία το αντιλαμβάνεται. Στην ουσία, δηλαδή, μιλάμε για απόπειρες διαχείρισης ενός συλλογικού πεπρωμένου.
Πρέπει, ακόμα, να έχουμε κατά νου ότι δυο βασικές θεσμικές διαστάσεις της νεωτερικότητας είναι, πρώτον, ο καπιταλιστικός βιομηχανισμός και, δεύτερον, το έθνος-κράτος ως βασικό πλαίσιο πολιτικής ανάπτυξης, ακόμα και για ιδεολογίες που επιθυμούν να αλλάξουν το πλαίσιο αυτό με κάποιο άλλο.
Τέλος, μια βασική θεσμική διάσταση της νεωτερικότητας είναι η απόλυτη λογική βεβαιότητα της διαρκούς ανθρώπινης ανέλιξης και ευημερίας μέσα απ’ τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα.
Οι μετανεωτερικές θεωρήσεις, απ’ την άλλη, μέσα από έναν αναστοχασμό της ίδιας της νεωτερικότητας, περνούν απ’ το πεδίο του κοινωνικού στο πεδίο των «εκδοχών του κοινωνικού».
Θα μπορούσαμε, ίσως, να εντοπίσουμε την συμπύκνωση του μετανεωτερικού κοινωνικού αναστοχασμού στην ακόλουθη φράση:

«Δεν υπάρχει ούτε ένας σταθερός κοινωνικός κόσμος για να γνωρίσουμε – στο βαθμό που διαρκώς μεταβάλλεται ιστορικά αλλά και η επιστημονική γνώση μας γι’ αυτόν συμβάλλει στη διαρκή μεταβολή του.»

Σύμφωνα με μια προσέγγιση, η μετανεωτερική θεώρηση δεν αποδέχεται πια την ιστορική μεταβολή στη βάση μιας γενικότερης ταξικής πόλωσης και σύγκρουσης, αλλά στη βάση ενός πολύμορφου και πολυποίκιλου κοινωνικού κατακερματισμού, όπου φορείς της ιστορικής μεταβολής δεν είναι οι κοινωνικές τάξεις καθαυτές, αλλά οι επιμέρους κοινωνικές υπο-ομάδες. Μέσα στο απόλυτα κοινωνικά κατακερματισμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον του ύστερου καπιταλισμού, οι διάφορες ομάδες διαμαρτυρίας και πολιτικής δράσης επιχειρούν να προσδώσουν μια εξειδικευμένη ταυτότητα στα μέλη τους με βάση τους συγκεκριμένους κοινωνικούς αποκλεισμούς που αντιμετωπίζουν ή τις συγκεκριμένες επιθυμίες που εκφράζουν.
Έτσι, σ’ αυτήν την μετανεωτερική κοινωνική θεώρηση, μπορούμε να μιλάμε για κοινωνικές υπο-ομάδες φεμινιστριών, ομοφυλόφιλων, μεταναστών, οικολόγων κ.ο.κ., οι οποίες δεν συνενώνονται για να αντιμετωπίσουν μια παραδοσιακού τύπου και αναγνωρίσιμη «κυρίαρχη τάξη» με στόχο κοινές διεκδικήσεις κι ωφελήματα, αλλά διασπώνται σε επιμέρους ενώσεις αντιμετωπίζοντας, ουσιαστικά σε μια ιδιοτελή βάση, τα διάφορα επίπεδα ενός παγκοσμιοποιημένου συστήματος εξουσίας.
Αυτή, ακριβώς, η «πολυμορφία των σχημάτων εξουσίας» οδηγεί κάποιους μετανεωτεριστές να απορρίψουν τις καθολικές και ολιστικές μεγάλες κοινωνικές θεωρίες και στη θέση τους να προβάλλουν «χειραφετικές αφηγήσεις», που απ’ το κοινωνικό σαν όλο, περνούν στο κοινωνικό σαν μέρος.

Ένας απ’ τους κεντρικούς πυρήνες του μετανεωτερικού αναστοχασμού είναι πως σ’ ένα μεταβιομηχανικό και παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον, όπου ακόμη κι αυτές οι έννοιες του χώρου και του χρόνου είναι σχετικές, αντιστοιχεί ένα πολυσχιδές, πολύμορφο, πλουραλιστικό, σχετικιστικό και μετα-ταξικό κοινωνικοπολιτικό υπερκείμενο κι επομένως δεν υπάρχει κάποιου είδους μεγάλη θεωρία με την οποία να μπορούν να καταγραφούν, να συνδεθούν και να αναλυθούν, πόσω δε μάλλον να τεθούν σε σχέσεις αιτιότητας και να εξηγηθούν, όλα τα κοινωνικά φαινόμενα.
Επομένως, κατά την μετανεωτερική θεώρηση, θα πρέπει κάποιος να εστιάζει σε τοπικούς παράγοντες μιας κοινωνικής μικροκλίμακας και σε χειραφετικές δράσεις επιμέρους κοινωνικών υπο-ομάδων.
Αφού η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η ύστερη μορφή του καπιταλισμού, αφορά (σύμφωνα με τον Γκίντενς) «στην επίταση των παγκόσμιων κοινωνικών σχέσεων που συνδέουν απομακρυσμένες τοπικότητες ούτως ώστε τοπικά συμβάντα να διαμορφώνονται από συμβάντα μίλια μακριά και αντιστρόφως», αφού δηλαδή μιλάμε «για μια σειρά ετερογενών και πολλές φορές αντιφατικών ιστορικών διαδικασιών που χαρακτηρίζουν τον μετασχηματισμό του τοπικού (άρα του χώρου) ως μέρος του παγκόσμιου (και το αντίστροφο) και την αλληλοσύνδεση και αλληλεξάρτηση παγκόσμιων τάσεων και γεγονότων (π.χ. οικονομικές-οικολογικές κρίσεις)», τότε το κοινωνικό όλον καταργείται σαν πεδίο έρευνας, ανάλυσης κι εξήγησης μιας μεγάλης θεωρίας κι ανασυντίθεται υπό νέους όρους μιας μικρο-κοινωνικής έρευνας κι ανάλυσης, η οποία απέχει πολύ, λένε οι μετανεωτεριστές, αν δεν αναιρεί κιόλας, τις καθολικές κι ολιστικές μετα-αφηγήσεις.
Το μεγάλο εύρος των επιμέρους κοινωνικών ταυτοτήτων, που μέσα σ’ ένα διαρκώς πιο ευρύ περιβάλλον υπερεθνικών μορφών οργάνωσης κι εξουσίας δεν ετεροκαθορίζονται πλέον απολύτως από μια υπέρτατη εθνική ταυτότητα, δημιουργεί, λένε οι μετανεωτεριστές, νέες κοινωνικές συναρθρώσεις και συνθέσεις, νέες ατομικές αφοσιώσεις και προστάγματα, αλλά και νέα κοινωνικά και πολιτικά διακυβεύματα τόσο σε τοπικό, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Κι επειδή, μέσα στο πλαίσιο της χωροχρονικής ασυνέχειας, του πλουραλισμού και της άμεσης διαδραστικότητας του ύστερου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, τα πάντα είναι σχετικά, χωρίς να υπόκεινται σε κάποιου είδους ανώτερες ηθικές ή ιδεολογικές δεσμεύσεις, οι κοινωνικοί χάρτες αφορούν πλέον περισσότερο σ’ ένα επίπεδο επιθυμιών κι επιμέρους χειραφετήσεων, παρά σ’ ένα πεδίο καθολικών και συλλογικών ταυτίσεων και διεκδικήσεων, όπως συμβαίνει με τις μεγάλες κοινωνικοπολιτικές θεωρίες της νεωτερικότητας. Σ’ ένα περιβάλλον, ας πούμε, όπου οι άμεσες ανθρώπινες επαφές έχουν ατονήσει και οι κοινωνικές ταυτότητες και συλλογικότητες διαμορφώνονται κυρίως μέσα απ’ την προπαγάνδα των ΜΜΕ και του διαδικτύου, είναι δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, λένε οι μετανεωτεριστές, να υπάρξουν ολιστικές και καθολικές μετα-αφηγήσεις.

Ακόμα παραπέρα, υπάρχει, λένε οι μετανεωτεριστές, ένα θέμα ανάπτυξης κι αντίληψης του ίδιου μας του εαυτού, μέσα στο περιβάλλον του ύστερου καπιταλισμού, όπου ο κόσμος αποτελεί μάλλον μια καταναλωτική απεικόνιση, παρά μια απτή πραγματικότητα, ένας κόσμος δηλαδή όπου η αξία προβάλλεται σχεδόν αποκλειστικά μέσα απ’ την ατομικιστική επιθυμία, οπότε δεν μπορεί να ισχύσει ο νεωτερικός ορθολογικός τρόπος της μακρο-κοινωνικής ανάλυσης κι εξήγησης, τουλάχιστον όχι σε τέτοιο σημείο για να δομηθεί μια ολιστική και καθολική κοινωνική θεωρία.
Στο πεδίο της κοινωνικής οργάνωσης και δράσης, αυτή η μετανεωτερική αντίληψη σημαίνει πως δεν υφίσταται, πλέον, ένας ενιαίος κώδικας κοινωνικής οργάνωσης, αλλά ετερόκλητες και πολυδιασπασμένες κοινωνικές υπο-ομάδες, που αμφισβητούν και αποστασιοποιούνται από τα αφηρημένα συστήματα των μεγάλων νεωτερικών θεωριών, κι επιλέγουν συνταυτίσεις και περιορισμένου εύρους συλλογικότητες, οι οποίες έχουν να κάνουν περισσότερο με συγκεκριμένους ή εναλλακτικούς τρόπους ζωής, καθώς και με ατομικές επιλογές, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούν τόσο σαν φίλτρα προστασίας για τις υπο-ομάδες αυτές από τα νέα ρίσκα και τους κινδύνους ενός χαοτικού παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος, όσο και σαν μοχλοί πίεσης προς τα διάφορα επίπεδα της εξουσίας.
Ακόμα και στο πεδίο της θρησκείας, οι μετανεωτερικές θεωρήσεις έχουν βρει πεδίο ανάπτυξης στις λεγόμενες “New Age” θρησκείες, όπου οι αφοσιώσεις κι οι συνταυτίσεις δεν έχουν πλέον να κάνουν με κάποια υπερβατική θεία οντότητα και το εκκλησίασμά της, αλλά μ’ έναν «καθαγιασμένο εαυτό», με την αντίληψη δηλαδή ότι ο καθένας μπορεί να επιδιώξει και να επιτύχει μόνος του την εσωτερική πραγμάτωση και τελείωση μέσα από διάφορες τεχνικές εσωτερικής αναζήτησης. Αυτός που εγκαλεί πλέον σε μια θρησκευτικού τύπου αφοσίωση δεν είναι κάποιος εξωτερικός θεός, αλλά το ίδιο το άτομο, ο ίδιος ο Εαυτός. Οι μετανεωτερικές αυτές θεωρήσεις περί θρησκείας φαίνεται μάλιστα να βρίσκουν εύφορο πεδίο ανάπτυξης και στο επιχειρηματικό περιβάλλον του ύστερου καπιταλισμού, αφού αντί του προτεσταντικού καθήκοντος στην εργασία, φαίνεται να είναι πιο αποδοτικό, και ασφαλώς αφορά σε απείρως πολυπληθέστερες κοινωνικές ομάδες, το ατομικό καθήκον προς τον καθαγιασμένο Εαυτό ακόμα και σε επίπεδο επαγγελματικής επιτυχίας.

Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η μετανεωτερικότητα αφορά σε μια εποχή όπου, ακόμα και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θεώρησης, τείνει να υπερισχύσει το «anything goes» του Φεγιεράμπεντ, όχι πλέον σαν μια ξεχωριστή διανοητική «γλώσσα», αλλά σαν κοινωνική και πολιτική πρακτική. Αν οι σύγχρονες κοινωνίες δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα διαρκώς μετασχηματιζόμενο κολάζ επιμέρους συνταυτίσεων και υπο-ομάδων, όπου όλες οι κοινωνικές παράμετροι και θεμελιώσεις είναι σχετικές, αμφίσημες κι επίδικες, τότε, λένε οι μετανεωτεριστές, θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας από μια ουσιαστικά ανύπαρκτη ενιαία πραγματικότητα στις επιμέρους πραγματικότητες που φαίνεται να την συνθέτουν και να την μεταβάλλουν διαρκώς: δεν υπάρχει ένας ενιαίος κόσμος προς εξέταση, όπως τον ήθελε ο νεωτερικός ορθολογισμός, αλλά πολλοί και διαφορετικοί κόσμοι, όπως εκείνοι των γυναικών, των έγχρωμων, των κρατούμενων, των χρηματιστών, των φονταμενταλιστών κ.ο.κ., που ο καθένας τους έχει την δική του κοινωνικοπολιτική «γλώσσα», η οποία δεν μπορεί να αξιολογηθεί και να ιεραρχηθεί μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, αφού δεν μιλάμε πλέον για μια κοινωνία, αλλά για ένα παζλ μικρο-κοινοτήτων, που συνθέτουν την μεγαλύτερη εικόνα του μετανεωτερικού κόσμου. Κάθε επιμέρους κοινωνική ομάδα, δικαιούται και νομιμοποιείται, μέσα σ’ ένα περιβάλλον απόλυτης εμπορευματοποίησης, εξειδίκευσης της γνώσης, πολυεπίπεδων και πολύμορφών μορφών εξουσίας κι αποκλεισμών, να εκφράσει τη δική της «φωνή», η οποία δεν έχει καμιά δέσμευση κι υποχρέωση προς, κανονιστικές και καθολικές, μεγάλες κοινωνικοπολιτικές θεωρίες.
Οπότε, ισχυρίζονται οι μετανεωτεριστές, οικουμενικές και αιώνιες αλήθειες δεν υπάρχουν «κι αν υπάρχουν δεν μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν».

Κατά μια έννοια, η μετανεωτερικότητα, εκτός από μια δυσπιστία προς τις νεωτερικές μετα-αφηγήσεις, είναι και μια ριζοσπαστική αμφιβήτηση του ίδιου του εξορθολογισμού της κοινωνικής πράξης, που κατά τον Γκίντενς σημασιοδοτεί την νεωτερικότητα.
Το κατά πόσο, βέβαια, η θεμελιακή αμφισβήτηση μιας ορθολογικής θεώρησης εντάσσεται στο ίδιο ορθολογικό πλαίσιο, είναι ίσως ένα ερώτημα για να απαντηθεί.


Δεν υπάρχουν σχόλια: