Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Ρε άι σιχτίρ, στην τελική...

...παλιοκανάγιες!
Την ώρα που τα νεοταξικά, νεοφιλελεύθερα ιερατεία έχουν βυθίσει σχεδόν όλον τον δυτικό κόσμο σε μια άνευ προηγουμένου, δόλια και τεχνητή, "οικονομική κρίση" και ύφεση, συνεπεία των κερδοσκοπικών παιχνιδιών που σκαρφίζονται κάθε τόσο τα (κυριολεκτικά) αδηφάγα τσακάλια της "ελεύθερης αγοράς", οι "πλούσιοι" του πλανήτη αποφάσισαν πως εναπόκειται στο...φιλότιμο των κυβερνήσεων η φορολόγηση των (κλεφτο)τραπεζών!

G20: Προαιρετικοί φόροι στις τράπεζες


Επιτρέπει την επιβολή φόρου στις τράπεζες αλλά δεν υποχρεώνει την υιοθέτηση του μέτρου στις χώρες της G20 όπως αναφέρουν διπλωματικές πηγές από το Τορόντο.

Όπως αναφέρθηκε, όσες χώρες μέλη της το επιθυμούν, μπορούν να επιβάλλουν φόρους στις τράπεζές τους. Αντίθετα απορρίφθηκαν οι προτάσεις για την επιβολή ενός παγκόσμιου φόρου στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές.

Χώρες των οποίων ο τραπεζικός τομέας επηρεάστηκε λιγότερο από την κρίση, όπως ο Καναδας, ήταν αντίθετες στη γενίκευση του φόρου, έτσι καταλήξαν στην απόφαση να επιβληθεί από όσες το επιθυμούν.

Σχολιάζοντας την απόφαση η Μέρκελ τόνισε πως ήταν "το περισσότερο που θα μπορούσαμε να επιτύχουμε εδώ".

Η ανακοίνωση που εγκρίθηκε αναφέρει πως "ο χρηματοπιστωτικός τομέας πρέπει να συμβάλλει δίκαια και ουσιαστικά ώστε να πληρώσει για τα όποια βάρη σχετίζονται με κρατικές παρεμβάσεις και αναγνωρίζει ότι υπάρχει μία μεγάλη ποικιλία πολιτικών προσέγγισης προς αυτό το στόχο".

Μωρ' τι μας λέτε...
"Επιτρέπει", λένε οι Φαρισαίοι, "αλλά δεν υποχρεώνει" τη φορολόγηση της νομότυπης τοκογλυφίας!
Προσέξτε τι "απαλά", πόσο μεταξένια, προσεγγίζουν οι πολιτικές θεραπαινίδες της G20 τα συμφέροντα των εντολοδόχων τους: Να συμβάλλουν, μας λένε, ρε παιδιά οι τράπεζες "δίκαια και ουσιαστικά" για βάρη που προκύπτουν από..."κρατικές παρεμβάσεις" (...τον Θεό τους δεν έχουν οι μπαγάσες!!!), αλλά όχι να θεσπίσουμε και υποχρεωτική φορολόγηση των τραπεζών, μη τρελαθούμε κιόλας!
Κι η Αγγέλα...
Όλη τη "μαγκιά" την έβγαλε στην "τιμωρία" της Ελλάδας για την "παραβίαση" του συμφώνου σταθερότητας (λες και δεν ξέσκισε η ίδια η Γερμανία επανειλημμένα τους όρους του Μάαστριχτ όταν χρειάστηκε) και στην επιβολή του γερμανικού μοντέλου αποπληθωρισμού της ευρωπαϊκής οικονομίας. Δεν μιλάμε δηλαδή, πλέον, για τις, ούτως ή άλλως απάνθρωπες και επονείδιστες,  κοινωνίες των 2/3· περνάμε άρδην στις κοινωνίες του 1/3 για να μην σας πω του 1/5...
Αχόρταγοι, ληστρικοί λωποδύτες και δουλοπρεπή πολιτικά ενεργούμενα: αυτή είναι η πραγματική εικόνα της διεθνούς, εταιρειοκρατούμενης, πολιτικής σκηνής σήμερα, αν την κοιτάξει κάποιος πέρα απ' τους παραμορφωτικούς καθρέφτες της επικοινωνιακής προπαγάνδας των αργυρώνητων τηλεπαπαγάλων.
Ξαναβάζω το παρακάτω απόσπασμα απ' το Κεφάλαιο του Μαρξ, γιατί είναι τόσο σαφές και κρυστάλλινο, που μόνο όποιος εθελοτυφλεί δεν μπορεί να διακρίνει την πραγματικότητα.
(...) Το δημόσιο χρέος, δηλαδή το ξεπούλημα του κράτους –αδιάφορο αν είναι απολυταρχικό, συνταγματικό ή δημοκρατικό κράτος– βάζει τη σφραγίδα του στην κεφαλαιοκρατική εποχή. Το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου εθνικού πλούτου, που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού, είναι το δημόσιο χρέος τους. Γι αυτό είναι πέρα για πέρα συνεπής η σύγχρονη θεωρία που λέει πως ένας λαός γίνεται τόσο πιο πλούσιος, όσο πιο βαθιά βουτιέται στα χρέη. Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo [πιστεύω] του κεφαλαίου. Και από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματος ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος.
Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν με μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο, χωρίς νάναι υποχρεωμένο να εκτεθεί στους κόπους και στους κινδύνους που είναι αχώριστοι από τη βιομηχανική μα ακόμα κι από την τοκογλυφική τοποθέτηση. Οι πιστωτές του δημοσίου στην πραγματικότητα δεν δίνουν τίποτα, γιατί το ποσό που δανείζουν μετατρέπεται σε κρατικά ευκολομεταβιβάσιμα χρεώγραφα, που στα χέρια τους εξακολουθούν να λειτουργούν, όπως θα λειτουργούσαν αν ήταν ισόποσο μετρητό χρήμα. Άσχετα όμως και από την τάξη των αργόσχολων εισοδηματιών που δημιουργείται μ’ αυτό τον τρόπο και τον αυτοσχέδιο πλούτο των χρηματιστών που παίζουν το ρόλο του μεσίτη ανάμεσα στην κυβέρνηση και το έθνος –καθώς και των φοροενοικιαστών, των εμπόρων, των ιδιωτών εργοστασιαρχών, που μια καλή μερίδα κάθε κρατικού δανείου τούς προσφέρει την υπηρεσία ενός κεφαλαίου πεσμένου από τον ουρανό– το δημόσιο χρέος έχει δημιουργήσει τις μετοχικές εταιρείες, το εμπόριο με συναλλάξιμες αξίες όλων των ειδών, την επικαταλλαγή, με δυο λόγια: το παιχνίδι στο χρηματιστήριο και τη σύγχρονη τραπεζοκρατία.
Οι στολισμένες με εθνικούς τίτλους μεγάλες τράπεζες ήταν από τη γέννηση τους απλώς εταιρίες ιδιωτών σπεκουλάντηδων πού στάθηκαν στο πλευρό των κυβερνήσεων και που χάρη στα προνόμια πού πήραν, ήταν σε θέση να δανείζουν σ αυτές χρήματα.

Γι αυτό η διόγκωση τον δημόσιου χρέους δεν έχει άλλον πιο αλάθητο μετρητή από την προοδευτική άνοδο των μετοχών αυτών των τραπεζών, που ή πλέρια ανάπτυξή τους χρονολογείται απ την ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας (1694). Η Τράπεζα τής Αγγλίας άρχισε τη δράση της δα­νείζοντας στην κυβέρνηση τα χρήματα της με τόκο 8%. Ταυτόχρονα είχε εξουσιοδοτηθεί από τη βουλή από το ίδιο κεφάλαιο να κόβει νόμισμα, δανείζοντας το ακόμα μια φορά στο κοινό με τη μορφή τραπεζογραμματίων.
Με τα τραπεζογραμμάτια αυτά, είχε το δικαίωμα να προεξοφλεί συναλλαγματικές, να δανείζει επί ενεχύρω εμπορευμά­των καί ν' αγοράζει ευγενή μέταλλα Δεν πέρασε πολύς καιρός και το πιστωτικό αυτό χρήμα, που δημιούργησε ή ίδια, έγινε το νόμισμα, με το οποίο ή Τράπεζα της Αγγλίας έδινε δάνεια στο κράτος και πλήρωνε για λογαριασμό του κράτους τους τόκους του δημόσιου χρέους. Και σαν να μην ήταν αρκετό ότι έδινε με το ένα χέρι για να εισπράττει περισσότερα με το άλλο έμενε, ακόμα και τη στιγμή που εισέπραττε, αιώνιο αναπόφευκτος φύλακας του μεταλλικού θησαυρού τής χώρας και το κέντρο έλξης όλης τής εμπορικής πίστης. Τον ίδιο καιρό πού έπαψαν στην Αγγλία να καίνε μάγισσες, άρχισαν να κρε­μούν παραχαράκτες τραπεζογραμματίων. Ποια είναι ή εντύπωση πού προκάλεσε στους συγχρόνους τους ή ξαφνική εμφάνιση αυτής της φά­ρας των τραπεζοκρατών, χρηματιστών, εισοδηματιών, μεσιτών, σπεκουλάντηδων και σκυλόψαρων του χρηματιστηρίου, το δείχνουν τα γραφτά του καιρού εκείνου, λ.χ. του Μπόλινμπροκ.
Μαζί με τα δημόσια χρέη δημιουργήθηκε ένα διεθνές πιστωτικό σύστημα, πού συχνά για τούτον ή για εκείνον το λαό αποτελεί μιαν από τις κρυφές πηγές τής πρωταρχικής συσσώρευσης.
(...)
Επειδή το δημόσιο χρέος στηρίζεται στα κρατικά έσοδα, πού οφείλουν να καλύπτουν τις χρονιάτικες τοκοχρεωλυτικές κλπ. πληρω­μές, το σύγχρονο φορολογικό σύστημα έγινε αναγκαίο συμπλήρωμα του συστήματος των εθνικών δανείων. Τα δάνεια δίνουν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση ν' αντεπεξέρχεται σε έκτακτα έξοδα, χωρίς να γίνεται αυτό αμέσως αισθητό στον φορολογούμενο, μετά όμως απαιτούν αυξημένους φόρους. Από την άλλη μεριά, η αύξηση των φό­ρων, που προκλήθηκε με τη συσσώρευση απανωτών δανείων, αναγ­κάζει την κυβέρνηση σε κάθε περίπτωση καινούργιων έκτακτων εξό­δων να καταφεύγει διαρκώς σε καινούργια δάνεια. Έτσι, το σύγχρο­νο φορολογικό σύστημα, που άξονας του είναι οι φόροι στα πιο αναγκαία μέσα συντήρησης (επομένως και το ακρίβαιμά τους), κρύβει μέσα του το σπέρμα της αυτόματης προοδευτικής αύξησης. Η υπερφορολόγηση δεν είναι επεισόδιο, αλλά μάλλον αρχή. Γιαυτό στήν Ολλανδία, όπου πρωτοεγκαινιάστηκε το σύστημα αυτό, ο μεγάλος πα­τριώτης Ντε Βίττ το εξύμνησε στα «Αξιώματα» του και το χαρακτή­ρισε σαν το καλύτερο σύστημα για να γίνει ο εργάτης υπάκουος, λι­τοδίαιτος, φιλόπονος και... για να παραφορτωθεί με δουλειά.
Ωστό­σο, ή καταστρεπτική επίδραση πού ασκεί στην κατάσταση των μι­σθωτών εργατών μας ενδιαφέρει εδώ λιγότερο από τη βίαιη απαλλο­τρίωση του αγρότη, του χειροτέχνη, με δυο λόγια όλων των συστατι­κών μερών τής μικρής αστικής τάξης, πού προκαλεί.
(Κ. Μάρξ, Κεφάλαιο, Τόμος Ι, σ. 779-781).

Δεν υπάρχουν σχόλια: