Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

"Και τί 'μαι;"

"Χόρτο ριζωμένο σ' ένα σβώλο απάνου, πού ξεφεύγει κι' απ' τα κλαδευτήρια."







Κωστής Παλαμάς, "Πατρίδες"

Όπου βογγάει το πολυκάραβο λιμάνι
απ' άγριο κύμ' απλώνεται δαρμέν' η χώρα,
και δε 'θυμάται μήτε σαν ονείρου πλάνη
τα πρωτινά μετάξια της τα πλουτοφόρα.

Πολύκαρπα ταμπέλια την πλουτίζουν τώρα'
το κάστρο της φορεί, παλαιϊκό στεφάνι,
δίψα του ξένου, Φράγκου, Τούρκου, από την ώρα
πού το διπλοθεμέλιωσαν οι Βενετσάνοι.

Ένα βουνό αποθάνω της αγρυπνοστέκει,
κι' ο Παρνασσός λευκοχαράζει στον αέρα
βαθιά, κι ο ρουμελιώτης ο Ζυγός παρέκει.

Αυτού πρωτάνοιξα τα μάτια μου στη μέρα'
κι' η μνήμη μου σαν όνειρο του ονείρου πλέκει
γλυκειά μισοσβησμέν' εικόνα, μια μητέρα.

Στη νησόσπαρτη λίμνη πού το μαϊστράλι
από θαλασσινή δυναμωμένο αρμυρά
ταράζει πέρα το φυκόστρωτο ακρογιάλι,
μ' ερριξ' εκεί πεντάρφανο παιδάκι η Μοίρα.

Εκεί ο Βοριάς με τη Νοτιά, εκεί η πλημμύρα
σε μάχη με τη ρήχη βρίσκεται μεγάλη'
μακριά, μεσ' στου πελάγου τον καταποτήρα
του ήλιου χάνεται το υπέρλαμπρο κοράλλι.

Εκεί απ' της τρίκορφης Βαράσσοβας τα ύψη,
σαν από πύργου δώμα δέσποινα η Σελήνη
στα ολόστρωτα νερά την όψη της θα σκύψη.

Μα την αθώα εκεί παιδιάτικην ειρήνη
και πουθενά δε γνώρισα' μόνο τη -θλίψη'
και τη σπίθα του νου πού μια φωτιά έχει γίνει.

Εδώ ουρανός παντού κι ολούθε ήλιου αχτίνα,
και κάτι ολόγυρα σαν του Υμηττού το μέλι,
βγαίνουν αμάραντ' από μάρμαρο τα κρίνα,
λάμπει γεννήτρα ενός Ολύμπου η θεία Πεντέλη.

Στην ομορφιά σκοντάβει σκάφτοντας η αξίνα,
στα σπλάχνα αντί θνητούς θεούς κρατά η Κυβέλη,
μενεξεδένιο αίμα γοργοστάζ’ η Αθήνα
κάθε που τη χτυπάν του Δειλινού τα βέλη.

Της ιερής ελιάς εδώ ναοί και οι κάμποι
ανάμεσα στον όχλο εδώ που αργοσαλεύει
καθώς απάνου σ' ασπρολούλουδο μια κάμπη,

ο λαός των λειψάνων ζη και βασιλεύει
χιλιόψυχος, το πνεύμα και στο χώμα λάμπει,
το νιώθω, με σκοτάδια μέσα μου παλεύει

Εκεί που ακόμα ζουν οι Φαίακες του Ομήρου
και σμίγ’ η Ανατολή μ’ ένα φιλί τη Δύση,
κι ανθεί παντού με την ελιά το κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολή στο γαλανό του Απείρου

Εκεί η ψυχή μου ωρέχτηκε να γλυκοζήση
στο μεγαλόπετρο δράμα της γης του Πυρρού,
εκεί πού χύνονται σαν ομορφιές ονείρου
η μάννα της αυγής, της αρμονίας η βρύση.

Τ' αθάνατου Τυφλού με νέα φωνή ελληνίδα
σοφά εκεί πέρ' αντιλαλούν οι ραψωδίες.
Εκεί αναπνέει από τα ρόδα ευωδίες

του Σολωμού η σκιά σε Ηλύσια, και τεχνίτης
εκεί της λύρας ξαναζή και την πατρίδα
και τη δόξα ο Δημόδοκος υμνεί της Κρήτης.

Αμαρτωλός καλογερεύω στ' Αγιονόρος.
Με καίει ο Σατανάς κι' η κόλαση με τρώει'
σε βαθύ πλάνο ρέμα πνίγομαι οδοιπόρος·
ειν' η ψυχή μου χαλασμός και μοιρολόι.

Το Αιγαίο γαλάζιος θησαυρός σμαραγδοφόρος.
Ο ουρανός λαι η γη σα Δάφνης και σα Χλόη.
Φυτρώνει της ζωής λαχταριστός ο σπόρος,
βυζαίνεται απ' των όντων το μελισσολόι

των όλων ο χυμός. Όλυμπος, Πήλιον, Όσσα,
πελάγου κάθε κόρφος, κάθε στεριάς γλώσσα,
η λιμνοφανταστή Κασσάντρα, η Θράκη, γάμου

φορούνε φόρεμα, κι' εγώ ; «Κύριε, γίνου
σωτήρ μου!» Και θολώνω με τα δάκρυα μου
το θειο Βρέφος, ζωγραφιά του Πανσελήνου.

Η Ρούμελ' είναι μια κορών' από ρουμπίνι
κι' ειν' ο Μοριάς μια σμαραγδένια λαμπυράδα,
κι' εφτάδιπλο τα Εφτάνησα είναι μπουγαρίνι,
νεράιδα εϊν' αφρογέννητη κάθε Κυκλάδα.

Κομματιασμένη κι' η Ήπειρο γελάει και κείνη,
κι' η Θεσσαλία σκορπίζει μια ξανθή ομορφάδα.
Κρυμμένη στην πολύπαθη τη Ρωμιοσύνη
σα να ξανοίγω τη βασίλισσα Ελλάδα.

Ακόμα το ελατό της λεβεντιάς φουντώνει,
κι' απ' των αιώνων τους καημούς κι' από τα πάθη
του Διγενή η πνοή παντού χυμένη πλάθει

Κανάρη, Καραϊσκακη και Κολοκοτρώνη.
Και μεσ' στης χρυσοπράσινης νυχτιάς τα βάθη
ακόμ' αργολαλεί του Κολωνού τ' αηδόνι.

Από το Δούναβη ως την άκρη του Ταινάρου
κι' από τ' Ακροκεραύνια στη Χαλκηδόνα
διαβαίνεις, πότε σαν της θάλασσας Γοργόνα,
πότε σαν άγαλμ' από μάρμαρο της Πάρου.


Πότε κρατάς τη δάφνη από τον Ελικώνα
και πότε ορμάς με τη ρομφαία του βαρβάρου.
Και μεσ' στο πλάτος του μεγάλου σου λαβάρου
βλέπω διπρόσωπη ζωγραφισμέν' εικόνα:

Εδώ ιερός ο Βράχος φέγγει σαν τοπάζι
κι' ο λευκοπάρθενος χορός των Κανηφόρων
προβαίνει και τον πέπλο της θεάς ταράζει.

Και πέρ' αστράφτουν τα ζαφείρια των Βοσπόρων,
κι' απ' τη Χρυσόπορτα περνώντας αλαλάζει
ο θρίαμβος των νικητών Αυτοκρατόρων!

Σαν των Φαιάκων το καράβ' η Φαντασία,
χωρίς να τη βοηθαν πανιά και λαμνοκόποι,
κυλάει' κι' είναι στα βάθη της ψυχής μου τόποι
πανάρχαιοι κι' ασάλευτοι σαν την Ασία,

πεντάγνωμοι κι' απόκοτοι σαν την Ευρώπη,
σα μαύρη γη Αφρική με σφίγγ' η απελπισία,
κρατώ μιαν άγρια μέσα μου Πολυνησία,
και πάντα ένα Κολόμπο παίρνω το κατόπι.

Και τα τεράστια της ζωής και τα λιοπύρια
των τροπικών τα γνώρισα, και με των πόλων
τυλίχτηκα τα σάβανα, και χίλια μύρια

ταξίδια εμπρός μου ξάνοιξαν τον κόσμον όλο.
Και τί 'μαι; Χόρτο ριζωμένο σ' ένα σβώλο
απάνου, πού ξεφεύγει κι' απ' τα κλαδευτήρια.

Ταξιδευτής, ηύρα σ' ακύμαντα πελάγη
την Καλυψώ, και την πεντάμορφην Ελένη,
και πήγα και με πότισαν οι Λωτοφάγοι
τη λησμονιά των όλων τη μακαρισμένη.

Μέσα στη χώρα την ηλιοπλημμυρισμένη
στου Υπερβορείου στάθηκα θεού το πλάγι.
Μια νύχτα —απάντεχη φεγγοβολιά και ξένη—
το μυστικό τ' Αστέρι μόδειξαν οι Μάγοι.

Και του Σαβά τη ρήγισσα στο θρόνο είδα,
ψυχή, στα δάχτυλα ν' αφήνη φως για χνούδι.
Κι' αντίκρυσαν τα μάτια μου την Ατλαντίδα

σαν εν' απίστευτο του Ωκεανού λουλούδι.
Κι' όλων αυτών η μνήμη τώρα κι' η φροντίδα
μου γίνεται ρυθμός και στίχος και τραγούδι.

Γύρω στο εφτάστερο τ' Αμάξι ουρανοδρόμοι
αμέτρητοι, γιγάντων κόσμοι και -θηρίων,
ο Γαλαξίας, ήλιων ωκεανός, ο Ωρίων,
τα Ζώδια, του Απείρου τέρατα και τρόμοι.

Μουγκρίζει ο Λέων στην ερημιά των αιθερίων,
κι' η Λύρα παίζει, και σαν τρόπαιο και η Κόμη
της Βερενίκης δείχνεται, ρυθμοί και νόμοι
μέσα στο χάος χάνονται των μυστηρίων.

Και με τον Ήλιο, Κρόνος, Άρης, Γη, Αφροδίτη.
σέρνονται, φεύγουν, τρέχουνε κυνηγημένοι
προς τον Ηρακλή το μεγαλόκοσμο μαγνήτη.

Μόνο η ψυχή μου, σαν το πολικό ταστέρι
ασάλευτη, όμως λαχταρίζοντας προσμένει.
Δεν ξέρει από που έρχεται, που πάει δεν ξέρει.

Πατρίδες! Αέρας, γη, νερό, φωτιά! Στοιχεία,
αχάλαστα και αρχή και τέλος των πλασμάτων,
σα θα περάσω στη γαλήνη των μνημάτων,
θα σας ξανάβρω, πρώτη και στερνή ευτυχία!

Αέρας μέσα μου ο λαός των ονειράτων
στον αέρα θα πάη' θα πάη στην αιωνία
φωτιά, φωτιά κι' ο λογισμός μου' -τη μανία
των παθών μου θα παρ' η λύσσα των κυμάτων»

το χωματόπλαστο κορμί χώμα και κείνο.
Αέρας, γη, νερό, φωτιά θα ξαναγίνω.
Κι' απ' των ονείρων τον αέρα, κι' απ' την πύρα

του λογισμού, κι' από τη σάρκα τη λειωμένη,
κι' απ' των παθών τη θάλασσα, πάντα θα βγαίνη
ήχου πνοή, παράπονο, σαν από λύρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: