Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Πηδάει το κουτσό βατράχι;



(...)

Το ερώτημα είναι μόνο, το κατά πόσο αυτή η θέση - αν όντως υπάρξει μέχρι τότε γαλλογερμανική συμφωνία - θα είναι πραγματικά «ευρωπαϊκή». Οι φωνές εκείνων, που σχολιάζουν αρνητικά τον γαλλογερμανικό «ετσιθελισμό», πληθαίνουν. «Αν το Παρίσι και το Βερολίνο αποφασίζουν μόνοι τους για τα ευρωπαϊκά θέματα, τότε πάει χαμένη η φιλοσοφία της ενωμένης Ευρώπης» δήλωσε σήμερα χαρακτηριστικά ο υπουργός εξωτερικών του Λουξεμβούργου Ζαν Άσελμπορν.

Ο «ετσιθελισμός» αυτός έχει γκροτέσκα μορφή στην περίπτωση της Ελλάδας. «Θα κρατάτε ενήμερη την Αθήνα για το σχέδιο μόνιμης λύσης του ελληνικού χρέους, όπως ανακοινώθηκε χθες, και θα ζητήσετε από έλληνες εμπειρογνώμονες να συμμετάσχουν στην επεξεργασία του, αφού η Ελλάδα είναι άμεσα θιγμένη από αυτό;» ρωτήθηκε σήμερα ο εκπρόσωπος της καγκελαρίου Στέφαν Σάιμπερτ στο κυβερνητικό μπρίφινγκ.

Η αντίδρασή του ήταν αρνητική. «Το γαλλογερμανικό σχέδιο διάσωσης της Ευρώπης αφορά το ενιαίο νόμισμα και το σύνολο των κρατών της ευρωζώνης, όχι μια συγκεκριμένη χώρα» είπε. Κατά τα άλλα, πρόσθεσε, η καγκελάριος διατηρεί τακτική επαφή με το Γιώργο Παπανδρέου.

Και σε πρόσθετη ερώτηση του δημοσιογράφου, η απάντησή του ήταν ακόμα πιο αποκαλυπτική: «Στη χθεσινή συνέντευξη τύπου έγινε λόγος για στενή επαφή μας με την τρόικα, όχι με την ελληνική κυβέρνηση» είπε. «Την επαφή με την Αθήνα, την έχει η τρόικα».

(Αλιεύθηκε από το ΒΗΜΑ)

Μέχρι πότες, μωρέ; Μέχρι πότε ο λαός μας θα εξευτελίζεται, έτσι;
"Δεν υπάρχουν λεφτά", μας λένε, "και γι' αυτό θα πρέπει να δεχτούμε όλες τις ταπεινώσεις, να ξεπουληθούμε σαν φτηνοπραμάτεια στο αγοραίο παζάρι, ν' αποδεχθούμε την κατοχή και την απώλεια, όχι μόνο κάθε έννοιας πολιτικής αυτοτέλειας και εθνικής ανεξαρτησίας, αλλά κάθε ίχνους αξιοπρέπειας· αυτή είναι η τύχη των χρεωκοπημένων, να περνούν υποταγμένοι κάτω απ' τα καυδιανά δίκρανα της...Ενωμένης Ευρώπης".
Αλήθεια;

Εγώ λέω ότι το ιστορικό χρέος των λαών, αν θέλουν να λογίζονται τέτοιοι, είναι ν' αντιστέκονται. Ν' αντιστέκονται σε κάθε μορφή τυραννίας, κατεξευτελισμού, υποδούλωσης, κατοχής.
Εγώ λέω ότι όλη αυτή η ιστορία είναι μια φάμπρικα απάτης. Ποιος είν' εκείνος ο λαός της Ευρώπης που δεν βάσισε την όποια οικονομική και κοινωνική του ευμάρεια στη φούσκα του "εύκολου χρήματος" και του δημόσιου δανεισμού; Ποιος είν' εκείνος ο αναμάρτητος, να μας λιθοβολήσει πρώτος;

Εγώ λέω ότι είμαστε τα θύματα ενός πρωτοφανούς πειράματος, ενός νέου "ψυχρού πολέμου" της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και της "παγκόσμιας κυβέρνησης", ένας αδύναμος κρίκος σε μια αδυσώπητη οικονομική και γεωπολιτική διελκυστίνδα.
Μας θεωρούν το βατράχι καταμεσής στο βάλτο όπου τσακώνονται τα βουβάλια.
Κι εμείς συμπεριφερόμαστε και λειτουργούμε ακριβώς έτσι, σαν το "ατυχές" βατράχι.
Μας κόψαν τό 'να πόδι: "πήδα βάτραχε", μας πρόσταξαν, "αλλιώς δεν έχει φαΐ το μεσημέρι!". Πασχίσαμε, χοροπηδήξαμε στο τέλος, σαν γελοίες καρικατούρες, χαμογελάσαμε κιόλας μπας και μας λυπηθούν. "Πιο ψηλά", προστάξαν εκνευρισμένοι, "πιο ψηλά να πηδάς, όχι έτσι λιγόψυχα". Πιο ψηλά εμείς, αγκομαχάμε.
Μας κόψαν και τ' άλλο ποδάρι. "Τρέχα τώρα, βατράχι, να σε δω πώς τρέχεις με δυο ποδάρια μόνο", μας έφτυσαν μέσα απ' τα "πολιτισμένα" φιρμάνια τους. Σουρθήκαμε εμείς, γρήγορα· μεγάλη υπόθεση να μπορείς να σουρθείς γρήγορα. Χαμογελούσαμε ακόμα, δεν μπορεί, είναι φίλοι μας, είναι εταίροι μας, είναι πολιτισμένοι άνθρωποι, σοβαροί, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα μας λυπηθούν.
"Κοροϊδεύεις βάτραχε; Σού 'παμε να τρέξεις, πρώτος πρέπει νά 'ρθεις, πρέπει να ξεπεράσεις ακόμα και τους λαγούς μέσα στο δάσος! Μπρος, Raus!", είχαν γίνει έξω φρενών τώρα. Ακούς εκεί να τους κοροϊδεύουμε, κι αντί να τρέχουμε σαν βατράχια-ολυμπιονίκες, να σουρνόμαστε ξέπνοοι πάνω στα δυο ποδάρια που είχαν την ευγενή καλοσύνη να μας αφήσουν. Αυτοί φταίγανε που δεν μας πάτησαν το κεφάλι, να ξεμπερδεύουν μια και καλή μ' εμάς.
Σηκωθήκαμε, αιμόφυρτοι, σακάτηδες, δυστυχείς, μοιραίοι, να τρέξουμε πάνω στα δυο ποδάρια που μας απέμειναν. "Είναι καθήκον νεοπατριωτικό", έσκουζε κάπου στο βάθος ο υποβολέας, "έχουμε καθήκον, εμείς τα βατράχια, να μην απογοητεύσουμε τους φίλους μας, που θυσιάστηκαν να μας κόβουν τα ποδάρια. Εμπρός, να τρέξουμε τώρα βατραχοπατριώτες!". Κάπου θες να φωνάξεις: "Σκασμός, ρε σιχαμένε υποβολέα!", αλλά μιλάνε τα βατράχια;
Τρέξαμε, να κυνηγάμε τους λαγούς στο δάσος με τ' αερικά, εμείς, τα χωλά βατράχια. Δεν τους προφτάσαμε. Θλίψη, ενοχές...μα για τίποτα δεν είμαστε άξιοι πια, τι σόι βατράχια "σποράς ένδοξης" είμαστε εμείς;
Ζυγώσαμε. Τρέχει το αίμα ποτάμι, βογκήξαμε, σφίξαμε τα δόντια, να, ίσως και να τους προφτάσουμε τελικά τους λαγούς.
Χρατς! Πάει και τ' άλλο ποδάρι...
Κοιτάζουμε τώρα εκείνους με τα μαχαίρια, που "ήρθαν ντυμένοι φίλοι" και γύρεψαν μια λίμπρα σάρκας έναντι του χρέους, με ειλικρινή απορία κι απόγνωση.
Τισταδιάλα, κάτι δεν πάει καλά εδώ...
"Μια τούμπα, κάνε τώρα μια τούμπα, ανάποδη και τετραπλή, και να προσγειωθείς πάνω στο νύχι του ακροδάχτυλού σου διακόσια μέτρα μετά το δάσος! Τώρα!", λυσσάνε πια οι καλοκάγαθοι φίλοι μας.
"Πώς να τα κάνω όλα αυτά, έτσι που με καταντήσατε; Διαμαρτύρομαι!", τολμάει να αρθρώσει το ημιθανές βατράχι.
Ο υποβολέας είναι έξαλλος, φωνάζει δυο-τρεις ταξιθέτριες του βάλτου κι αρχίζουν το έρμο το βατράχι στο ξύλο: "Αμφισβητείς την δημοκρατική νομιμότητα; Σαμποτάρεις την εθνική προσπάθεια; Ακυρώνεις το πατριωτικό έργο του υποβολέα;", σκούζουν μανιασμένα οι ταξιθέτριες και βαρούν.
Αλύπητα...
Κουράγιο, το ελληνικό βατράχι είναι καμωμένο από πάστα ηρώων. Δίνει ένα σάλτο, φέρνει μια τούμπα, μια περιστροφή, δυο περιστροφές...σκάει με τα μούτρα κάτω, μέσα σ' ένα βούρκο απ' το ίδιο του το αίμα.
Πόνος.
"Άχρηστο, ο μαι γκοντ, τι άχρηστο πού 'ναι τελικά τούτο το βατράχι...", μονολογούν απηυδισμένοι οι άξιοι φίλοι μας με τα μαχαίρια.
Ο υποβολέας κι οι ταξιθέτριες είναι απαρηγόρητοι. Το βατράχι φάνηκε "κατώτερο των εθνικών περιστάσεων". Κανονικά, με μια τέτοια λαμπρή ομάδα από υποβολείς και ταξιθέτριες να το καθοδηγούν και να το εμπνέουν, θά 'πρεπε να έχει ήδη μεταμορφωθεί σε μονοπόδαρο...Κεντέρη! Κι αυτό το παλιοβατράχι, το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να σκούζει και να βογκάει, πως του κόψανε οι φίλοι μας τα πόδια και "πώς τρέχει και χοροπηδά ένα βατράχι χωρίς ποδάρια;", όλο κάτι τέτοιες γρίνιες και μεμψιμοιρίες είναι το αχάριστο παλιοαμφίβιο. Έτσι τού 'ρχεται, του υποβολέα, να το παρατήσει στην τύχη του και να πάει να κάνει καριέρα στο βοϊδοθέατρο της αλλοδαπής. "Έτσι κι αλλιώς, δεν έπρεπε να μπλέξω εξαρχής με τα βατράχια", μονολογεί συνοφρυωμένος, "εγώ είμαι φτιαγμένος για τ' άλλα, τα σπουδαία, τα μεγάλα".
Στο μεταξύ, το βατράχι ξεψυχάει: "Βοήθεια", φωνάζει, "βοηθάτε φίλοι, θ' αποθάνω!".
"Σουτ!", απαντάνε συνοφρυωμένοι εκείνοι πού ΄ρθαν ντυμένοι φίλοι, "η σύσκεψις για την περίπτωσή σου αναβλήθηκε μέχρι νεωτέρας. Να κάμεις υπομονή και να μην τεμπελιάζεις λεπτό. Μπρος, όρθιος πάνω στο ποδάρι που σ' απόμεινε, τυχεράκια. Προπονήσου σκληρά, χωρίς κλάψες, και, πού ξέρεις, μπορεί κάποια στιγμή να τα καταφέρεις και να γίνεις κι εσύ ένας καθωσπρέπει λαγός του δάσους. Αλλιώς..."
"Αλλιώς τι;", τολμάει να ψελλίσει το βατράχι λίγο πριν ψοφήσει, "θα μου κόψετε τα πόδια για να μάθω;"

Δεν υπάρχουν σχόλια: