Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Μοιραίοι ή αυτοπαραιτημένοι;


Για να μη μείνει ο Κ. ακίνητος στον κρύο νυχτερινό αέρα, τον έπιασε απ’ το μπράτσο κι έκανε μερικές βόλτες μαζί του πάνω κάτω, ενώ ο συνάδελφός του έψαχνε για να βρει ένα κατάλληλο μέρος. Μόλις το βρήκε, έγνεψε στον άλλον που οδήγησε τον Κ. εκεί. Ήταν στο χείλος ενός γκρεμού, κοντά σ’ ένα ξεκολλημένο αγκωνάρι. Έβαλαν τον Κ. να καθίσει χάμω, τον στήριξαν στο αγκωνάρι και του ακούμπησαν το κεφάλι επάνω. Παρά τις προσπάθειές τους όμως και παρά την άψογη συνεργασία του Κ., η στάση του παρέμενε αφύσικη κι ακατάλληλη για τον σκοπό τους, γι’ αυτό ο ένας κύριος παρακάλεσε τον άλλον να τον αφήσει να κάνει μια προσπάθεια μόνος, χωρίς όμως να καταφέρουν τίποτα. Τελικά, άφησαν τον Κ. σε μια στάση που δεν ήταν καν η καλύτερη απ’ όσες είχαν δοκιμάσει ως τώρα. Έπειτα ο ένας ξεκούμπωσε τη ρεντιγκότα , τράβηξε από μια θήκη κρεμασμένη στο γιλέκο του ένα μακρύ, λεπτό δίκοπο χασαπομάχαιρο, καλοτροχισμένο κι απ’ τις δυο μεριές, το κράτησε ψηλά κι εξέτασε την κόψη του στο φως της σελήνης.
Άρχισαν πάλι τις αηδιαστικές ευγένειες, δίνοντας ο ένας στον άλλο το μαχαίρι πάνω από το κεφάλι του Κ. Ο Κ. καταλάβαινε πως περίμεναν να αρπάξει το μαχαίρι που περνούσε από χέρι σε χέρι και να το μπήξει ο ίδιος στο στήθος του. Αντί γι’ αυτό όμως, γύρισε το λαιμό του, που ήταν ακόμα ελεύθερος, και κοίταξε γύρω. Ήταν αδύνατον να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, δεν μπορούσε στο κάτω κάτω να επωμιστεί όλα τα καθήκοντα των αρχών. Η ευθύνη γι’ αυτή τη τελευταία αδυναμία του βάραινε τους ώμους εκείνου που του είχε στερήσει κάθε απομεινάρι δύναμης αναγκαίας για μια τέτοια πράξη.
Η ματιά του έπεσε στο τελευταίο πάτωμα του σπιτιού που συνόρευε με το λατομείο. Σαν το ξαφνικό πετάρισμα μιας φλόγας, άνοιξαν διάπλατα τα παντζούρια ενός παραθύρου• η φιγούρα ενός άντρα, το περίγραμμα της αχνό και λεπτό απ’ την απόσταση, έσκυψε απότομα έξω απ’ το ανοιχτό παράθυρο απλώνοντας τα χέρια. Ποιος ήταν; Κάποιος φίλος ίσως; Κάποιος καλός άνθρωπος; Κάποιος που συμμεριζόταν τα βάσανα των άλλων; Κάποιος που ήθελε να βοηθήσει; Ήταν μόνο ένας; Ή βρίσκονταν όλοι εκεί; Μπορούσε να ελπίζει ακόμα σε κάποια βοήθεια; Υπήρχαν επιχειρήματα υπέρ του που είχαν ξεχαστεί; Και βέβαια υπήρχαν. Γιατί όσο ακλόνητη κι αν είναι η λογική, δεν έχει τη δύναμη να αντισταθεί στη θέληση για ζωή. Πού ήταν ο Δικαστής, που δεν τον είχε δει ποτέ; Που ήταν το Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο δεν έφτασε ποτέ; Σήκωσε τα χέρια ψηλά, τεντώνοντας ολάνοιχτα τα δάχτυλα.
Ωστόσο, τα χέρια του ενός κυρίου είχαν τυλιχτεί κιόλας γύρω από το λαιμό του Κ., κι ο άλλος έμπηξε το μαχαίρι βαθιά στη καρδιά και το γύρισε δύο φορές. Με μάτια που έσβηναν, ο Κ. πρόλαβε να δει τα πρόσωπα των δύο κυρίων, που σκυμμένοι κοντά στο πρόσωπο του, με τα μάγουλα τους κολλητά, παρακολουθούσαν την εκτέλεση της απόφασης. «Σαν το σκυλί!» είπε, λες και η ντροπή θα εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά το θάνατό του.

Φ. Κάφκα, Η Δίκη, μτφ. Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ, Ελευθεροτυπία, 2006, σ.212-213

Πάσα ομοιότητα με νεοελληνικές καταστάσεις και (α)πρόσωπα δεν είναι συμπτωματική.

Δεν υπάρχουν σχόλια: