Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Σαν τον κ. Έγκε ή μήπως όχι;


Πολλές φορές, τα τελευταία πέντε χρόνια, έχω αναρωτηθεί τισταδιάλα να είναι άραγε αυτό, που μας κρατά δέσμιους κι υποτακτικούς, σχεδόν μοιρολάτρες, ευτυχείς σκλάβους κι ιδανικούς αυτόχειρες, απέναντι στη λαίλαπα που αποδόμησε τις ζωές μας.
Φαντάζομαι κι εσείς.
Μπορεί νά 'ναι το ελληνικό αντίστοιχο της περιβόητης ρωσικής μοιρολατρίας, όπως τόσο γλαφυρά το περιέγραφε ο Νίτσε:

Είναι τόσο ανυπόφορα βασανιστική η εκστρατεία, που ο στρατιώτης ξαπλώνει να κοιμηθεί στο χιόνι.

Μπορεί.
Μα τι στο καλό, δεν έχουμε ψυχή μέσα μας; Αδειάσαμε;
Πώς επιτρέπουμε στα λερά κουστούμια και στα αργυρώνητα μαρκούτσια να μας δουλεύουν έτσι, ψιλό γαζί, χρόνια τώρα;
Πώς είναι δυνατόν να δεχόμαστε παθητικά, μοιραίοι κι άβουλοι, τόση βία;
Γιατί, μην έχετε αμφιβολία, βία είν' αυτή που μας ασκείται και μάλιστα βία φοβερή, στυγνή, βία ανελέητη.
Και μ' αυτές τις σκέψεις στο μυαλό, έτυχε να διαβάσω τούτο εδώ, "Μέτρα ενάντια στη βία", απ' τις Ιστορίες του κ. Κούνερ, του Μπρεχτ.

Όταν ο κ. Κ., ο στοχαστής, έτυχε να μιλήσει κάποτε σε μιαν αίθουσα, μπροστά σε πολύ κόσμο, ενάντια στη βία, είδε τους ανθρώπους γύρω του να οπισθοχωρούν και να φεύγουν. Γύρισε τότε κι αντίκρυσε τη βία. Τι είναι αυτά που έλεγες; τον ρώτησε η βία. Εγώ; αποκρίθηκε ο κ.Κ., υποστήριζα τη βία. Σαν έφυγε η βία οι μαθητές του ρώτησαν τον κ. Κ. γιατί έκανε πλάτες στη βία. Γιατί δεν έχω πλάτες για σπάσιμο, αποκρίθηκε ο κ. Κ. Εξάλλου εγώ πρέπει να ζήσω περισσότερο απ' τη βία.
Και ο κ. Κ. αφηγήθηκε τούτη εδώ την ιστορία.
Στο σπίτι του κ. Έγκε, που είχε μάθει να λέει όχι, ήρθε μια μέρα, τον καιρό της παρανομίας, ένας πράκτορας και του παρουσίασε ένα χαρτί που το είχαν εκδώσει αυτοί που κυριαρχούσαν στην πόλη. Ετούτο το χαρτί έλεγε ότι στον πράκτορα αυτόν θ' ανήκε κάθε σπίτι όπου θα πατούσε το πόδι του, το ίδιο και κάθε φαγητό που θα ζητούσε. Θά 'πρεπε ακόμα να τον υπηρετεί κάθε άνθρωπος που θ' αντάμωνε.
Ο πράκτορας κάθισε σε μια καρέκλα, ζήτησε φαγητό, πλύθηκε, πλάγιασε, και προτού κοιμηθεί ρώτησε τον κ. Έγκε με το πρόσωπο του στον τοίχο: Θα με υπηρετείς;
Ο κ. Έγκε τον σκέπασε με την κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κάθισε δίπλα στο προσκεφάλι του, κι όπως εκείνη τη μέρα, τον υπάκουσε άλλα εφτά χρόνια. Ό,τι κι αν έκανε όμως για δαύτον, ένα πράγμα απόφυγε πάντα να κάνει: δεν τού 'πε ποτέ μια λέξη. Σαν πέρασαν τα εφτά χρόνια κι ο πράκτορας χόντραινε από το πολύ φαΐ, τον ύπνο και τις διαταγές - πέθανε. Ο κ. Έγκε τον τύλιξε τότε στην ξεφτισμένη κουβέρτα, τον έσυρε έξω από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, άσπρισε τους τοίχους, ανάσανε βαθιά κι αποκρίθηκε: Όχι!

Μήπως, λέω εγώ τώρα, να μην περιμένουμε, σαν τον κ. Έγκε, εφτά χρόνια μέχρι να πούμε το "όχι" μας, μήπως να μην αφήσουμε αυτούς που τρώνε τις σάρκες μας να χορτάσουν και να ψοφήσουν ήσυχα-ήσυχα στον ύπνο τους, μέχρι να καθαρίσουμε το σπίτι μας, μέχρι να ορθώσουμε ανάστημα;
Μπορούμε ίσως και νωρίτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: